"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

H «EΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ» ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ

H «EΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ» ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ



Tο γλυπτό που σμίλεψε για τον ήρωα ο φιλέλληνας Γάλλος «Δαβίδ από την Aγγέρη»



Pierre-Jean David d’ Angers

Γράφει ο MIXAΛHΣ K. TΣΩΛHΣ

Η ΜΕΓΑΛΗ επανάσταση των Ελλήνων του 1821 συγκίνησε βαθύτατα τους λαούς της Ευρώπης και αναπτύχθηκε ένα κλίμα φιλελληνισμού, με διάφορους τρόπους. Δεν ήταν λίγοι, τότε, οι ξένοι μεγάλοι συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφοι που εμπνεύστηκαν από τον ιερό εκείνο αγώνα και εκφράστηκαν, με την τέχνη τους, για τους ήρωες με θαυμασμό. Η ελληνική φουστανέλα, που απεικονιζόταν τον καιρό εκείνο «σε χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα πανιού και χαρτιού» σε όλη την Ευρώπη, εξέφραζε τα φιλελληνικά αισθήματα συμπαράστασης των λαών στο αγωνιζόμενο έθνος μας.

Ανάμεσα στα καλλιτεχνικά έργα που ενέπνευσε η εθνεγερσία σε ξένους γλύπτες και ζωγράφους, συμπεριλαμβάνεται και η «Ελληνοπούλα», επιτύμβιο άγαλμα που σμίλεψε, για τη μνήμη του ήρωα Σουλιώτη πολέμαρχου Μάρκου Μπότσαρη ο Γάλλος γλύπτης «Δαβίδ από την Αγγέρη» (Pierre-Jean David d’ Angers).

Ο Γάλλος καλλιτέχνης θαύμαζε τους αγώνες και τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης για την ελευθερία. Όταν έμαθε για τον θάνατο του Μπότσαρη, βαθιά συγκινημένος, συνέλαβε την ιδέα να αφιερώσει μνημείο γλυπτό στη μνήμη του. Επί μέρες, μάλιστα, τον απασχολούσε η σκέψη πώς θα έπρεπε να το φιλοτεχνήσει.



Η έμπνευση τελικά, όπως διηγήθηκε, ο ίδιος, του ήρθε ξαφνικά από ένα περιστατικό, από μια ζωντανή εικόνα που είδε σ’ ένα νεκροταφείο, καθώς έκανε τον περίπατό του: «Μόλις πληροφορήθηκα τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη αποφάσισα να φτιάξω μνημείο για χάρη του... Πρόσμενα την έμπνευση. Μια μέρα, καθώς έκανα τον περίπατό μου κοντά σ’ ένα κοιμητήριο, είδα μια παιδούλα γονατιστή πάνω σ’ έναν τάφο να συλλαβίζει, με οδηγό το δάχτυλό της, τη χαραγμένη επιγραφή. Αυτό θα είναι το θέμα της συνθέσεώς μου, σκέφθηκα...».

Αναζήτησε έπειτα το πρότυπό του, το μοντέλο. Το βρήκε σε μια καλλίγραμμη φτωχή κοπελίτσα και άρχισε, με ιδιαίτερη ευαισθησία και ενθουσιασμό, να δημιουργεί δοκιμαστικά προπλάσματα. Το σμίλεψε τελικά ολομόναχος, με πολλή αγάπη και θαυμασμό, για τον αγνό, τίμιο και ηρωικό Σουλιώτη. Όταν όμως, μαθεύτηκε ότι το γλυπτό το φιλοτεχνούσε προς τιμήν του Μάρκου Μπότσαρη, συνάντησε και αντιδράσεις. Την αντίθεσή του μάλιστα εξέφρασε, καθώς αναφέρεται, και ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Ι’, ο οποίος δεν ήθελε να φιλοτεχνηθεί έργο για «επαναστάτη», όπως χαρακτήριζε τον ήρωα.

Ο γλύπτης, ωστόσο, ήταν αποφασισμένος να φέρει εις πέρας το έργο του. Προχώρησε λοιπόν στο πρόπλασμά του και εργάστηκε με πάθος ώστε να μεταφέρει την «Ελληνοπούλα» του στην τελική της μορφή στο μάρμαρο. Χρησιμοποίησε μάλιστα μάρμαρο από την Καρράρα. Όταν το γλυπτό εκτέθηκε για πρώτη φορά, το 1827, σε έκθεση των Παρισίων, προκάλεσε τον γενικό θαυμασμό. Όλοι έλεγαν ότι επρόκειτο για αριστούργημα, ενώ ο ίδιος δεν έπαψε να το ονομάζει «λατρευτό παιδί» του. Θαυμασμό και επαίνους απέσπασε το έργο αυτό και επτά χρόνια αργότερα, το 1834, όταν εκτέθηκε ξανά στους φιλότεχνους και στο ευρύ κοινό.

Εκείνο τον καιρό διέμενε στο Παρίσι και ο Έλληνας λόγιος Μιχαήλ Σχινάς, που είδε το φιλελληνικό αυτό έργο με πολύ θαυμασμό και γνώρισε τον Γάλλο γλύπτη. Έκανε μάλιστα τότε και φιλοπάτριδες σκέψεις, ώστε να γίνει το μνημείο αυτό ελληνικό και να διακοσμήσει, σε ένα νέο ενταφιασμό των οστών του, το μνήμα του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι. Τις σκέψεις του αυτές τις γνωστοποίησε ο Σχινάς τόσο προς τα ανάκτορα, στον βασιλιά Όθωνα, όσο και στην Αντιβασιλεία.

Ο Δαβίδ δωρίζει το «λατρευτό παιδί του» στην Ελλάδα

Pierre-Jean David d’ Angers


Μετά την αναφορά του Σχινά η Ελλάδα εκδηλώνει ενδιαφέρον για το γλυπτό. Με διαταγή της Αντιβασιλείας προς τη Γραμματεία Εξωτερικών, ζητήθηκαν πληροφορίες από την ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι για το έργο.

Τον Μάρτιο του 1834 ο γραμματέας Εξωτερικών Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αναφέρει ότι, σύμφωνα με πληροφορίες από το Παρίσι, ο γλύπτης της «Ελληνοπούλας», ή και αλλιώς ονομαζόμενης «Κόρης του Μπότσαρη», είχε εκφράσει πρόθεση-επιθυμία να προσφέρει δώρο στην Ελλάδα το περίφημο αυτό έργο του.

Η επιθυμία του γίνεται τελικά πραγματικότητα. Το γλυπτό αριστούργημά του αποστέλλεται με το γαλλικό πλοίο «Αχιλλεύς» στην Ελλάδα και εκφορτώνεται στο Ναύπλιο. Προορίζεται όμως για τον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη. Γι’ αυτό, τον Ιανουάριο του 1835, η «Ελληνοπούλα» μεταφέρεται στον τόπο της ταφής του ήρωα στο Μεσολόγγι. Εκεί παραμένει προς φύλαξη στο σπίτι χήρας Μεσολογγίτη λόγιου.

Στο μεταξύ η Ελλάδα τιμά, για τη δωρεά του, τον Δαβίδ από την Αγγέρη, που είχε δεθεί συναισθηματικά με την πατρίδα μας και θαύμαζε τους ήρωές της. Του απονέμεται, τιμής ένεκεν, ο αργυρούς σταυρός του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος.

Η τοποθέτηση της «Ελληνοπούλας» στον τάφο του ήρωα

Είχαν περάσει όμως δύο χρόνια από τότε που η «Ελληνοπούλα» στεγαζόταν στο σπίτι της χήρας στο Μεσολόγγι και ακόμη δεν προχωρούσαν οι βασιλικές αποφάσεις που προβλέπονταν, σύμφωνα με πρόταση της Γραμματείας Εσωτερικών. Δηλαδή, δεν είχαν αρχίσει οι διαδικασίες για την ανέγερση μνημείου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι. Το θέμα έφερε τελικά στην επικαιρότητα ο Ελβετός φιλέλληνας Εϋνάρδος όταν, τον Αύγουστο του 1837, ζήτησε πληροφορίες για το γλυπτό. Τότε κινήθηκαν τα λιμνάζοντα νερά και ενεργοποιήθηκε η Ελληνική Πολιτεία με τον γραμματέα Εσωτερικών Αναστάσιο Πολυζωίδη, ο οποίος ενημέρωσε τον βασιλιά και πληροφόρησε τον Ελβετό φιλέλληνα.

Ο Πολυζωίδης πρότεινε και συγκεκριμένη λύση, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να οικοδομηθεί βάθρο στο σημείο όπου βρισκόταν ο τάφος του Μάρκου Μπότσαρη, κοντά στο τείχος του Μεσολογγίου.

Εισηγήθηκε μάλιστα την ανακομιδή των οστών του ήρωα, την ανέγερση μνημείου και την τέλεση πανηγυρικών εγκαινίων με ταυτόχρονη νέα ταφή των λειψάνων του ήρωα. Οι προτάσεις αυτές εγκρίθηκαν τελικά, από τον Όθωνα, στις 11 Νοεμβρίου 1837.

Για την ολοκλήρωση όμως του μνημείου, στον ιερό αυτό χώρο του Μεσολογγίου, όπου βρίσκεται σήμερα το Ηρώον, χρειάστηκε ένας περίπου χρόνος. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1838, συγκεκριμένα, ο νέος γραμματέας Εσωτερικών Γεώργιος Γλαράκης ανέφερε την περάτωση όλων των σχετικών εργασιών.

Τον επόμενο μήνα, Οκτώβριο του 1838, επισκέπτονται το Μεσολόγγι οι βασιλείς Όθων και Αμαλία, ενώ στις 18 του μηνός αυτού πραγματοποιείται η τελετή τοποθετήσεως του γλυπτού της «Κόρης» στον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη, με εγκαίνια παράλληλα του Τύμβου των Ηρώων του Μεσολογγίου.

Κατά την ανακομιδή μάλιστα των λειψάνων του ήρωα, καθώς γινόταν η εκταφή του, βρέθηκε και το φονικό βόλι με το οποίο είχε χτυπηθεί στο κεφάλι, τη μοιραία νύχτα της 8ης Αυγούστου του 1823, σε καταδρομική επιχείρηση εναντίον των Τούρκων στο Καρπενήσι.


Το βόλι που τραυμάτισε θανάσιμα τον Μ. Μπότσαρη



Η φρικτή βεβήλωση

Ήταν όμως γραφτό, όπως φαίνεται, τόσο ο Μάρκος Μπότσαρης, όσο και το άγαλμα της «Κόρης» επάνω στον τάφο του, ν’ αντιμετωπίσουν την ανθρώπινη κακία, τη μανία και τον παραλογισμό των πολιτικών παθών. Η «Ελληνοπούλα» δεν έμεινε για πολύ καιρό πάνω στον τάφο του Σουλιώτη ήρωα διότι αργότερα, μετά το 1843, τραυματίστηκε βαρύτατα από βέβηλα χέρια ατόμων με πολιτική εμπάθεια.

Αυτό έγινε όταν απομακρύνθηκαν οι βασιλείς από την Ελλάδα. Επειδή ο γιος του ήρωα, ο Δημήτριος Μάρκου Μπότσαρης, είχε τοποθετηθεί υπασπιστής του Όθωνος, μερικοί αντιβασιλικοί στο Μεσολόγγι, για να τον εκδικηθούν, επειδή τον θεωρούσαν βασιλόφρονα, επέδραμαν κατά του τάφου του νεκρού πατέρα του. Με ασυγκράτητη βιαιότητα τον ανέσκαψαν και σκόρπισαν τα κόκαλά του. Και για να συμπληρώσουν τη βεβήλωσή τους, «τραυμάτισαν» στο πρόσωπο και το γλυπτό που είχε τοποθετηθεί στον τάφο του.

Ας σημειωθεί ότι με παρόμοιο τρόπο, με ανασκαφή, είχαν βεβηλώσει την ησυχία του τάφου του Μπότσαρη και οι Τούρκοι, όταν μετά την ηρωική Έξοδο των υπερασπιστών του Μεσολογγίου, μπήκαν στην ιερή πόλη το 1826. Εκείνοι βέβαια είχαν τα απωθημένα τους. Δεν τον είχαν νικήσει ποτέ όσο ζούσε και ήθελαν να τον εκδικηθούν έστω και πεθαμένο...

Πόνο, συντριβή και φρίκη αισθάνθηκε ο δημιουργός και δωρητής της «Ελληνοπούλας», όταν την είδε κακοποιημένη, από ελληνικά χέρια, το έτος 1852. Δεν πρόλαβε όμως να αποκαταστήσει τις φθορές του έργου του, γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας που προξένησαν τον θάνατό του.



Αργότερα όμως το γλυπτό μεταφέρθηκε στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου οι μαθητές του έκαναν τις κατάλληλες επεμβάσεις για την αποκατάσταση των ζημιών και των φθορών. Τελικά το άγαλμα επαναφέρθηκε στην Ελλάδα και τοποθετήθηκε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ώστε να είναι προφυλαγμένο από πιθανή νέα βεβήλωση και από φθορά λόγω καιρικών μεταβολών.

Η Ελληνοπούλα
Γλυπτό από μάρμαρο Καράρας, έργο του Γάλλου Pierre Jean David (ο επονομαζόμενος David d’Angers), περ. 1830.

Αντίγραφό του, που τοποθετήθηκε στο μνημείο του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι, το 1915, είναι έργο του γλύπτη Γεωργίου Μπονάνου που έγινε με χορηγία του Ελευθερίου Βενιζέλου.




Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς εμπνεύστηκε από το θαυμάσιο γλυπτό της «Ελληνοπούλας» το ποίημά του «Η παιδούλα στον τάφο του Μπότσαρη». Βλέποντας στο έργο του Δαβίδ τη μικρή Κόρη γυρτή να διαβάζει, ακουμπώντας στην πλάκα του τάφου το δάχτυλό της, γράφει:

 Μελετάει τα λαμπρά παλικάρια

και στην πλάκα του τάφου αλαφρόγυρτη

για κοντύλι κρατώντας αϊτόφτερο,

γράφει απάνω στο μνήμα σου, Μπότσαρη,

με μια λέξη τον ύμνο σου: Δόξα!.



Ποιος ήταν ο Δαβίδ από την Αγγέρη

Ας δούμε, όμως, με λίγα λόγια ποιος ήταν ο δημιουργός της «Ελληνοπούλας»: Ο διάσημος γλύπτης Νταβίντ ντ’ Ανζέρ στον οποίο, κατά τη συνήθεια της εποχής, δόθηκε το εξελληνισμένο όνομα «Δαβίδ από την Αγγέρη» γεννήθηκε το 1788. Ο πατέρας του ήταν ένας άσημος ξυλογλύπτης. Το επάγγελμά του όμως ήταν για τον ευφυέστατο και ταλαντούχο μικρό Νταβίντ το πρώτο σχολείο για την κλίση του στη γλυπτική τέχνη.

Επειδή ο πατέρας του μόνο πίκρες, φτώχεια και στενοχώριες είχε γνωρίσει από το επάγγελμά του, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να ακολουθήσει και ο γιος του παρόμοια τέχνη. Οι αποτρεπτικές συμβουλές του όμως απέτυχαν. Ο νεαρός ήθελε, με επιμονή και πάθος, να επιδοθεί στη γλυπτική και τίποτε δεν ήταν δυνατόν να τον εμποδίσει.

Για να κάνει μάλιστα πράξη το όνειρό του πηγαίνει, το 1808, στο Παρίσι, με ελάχιστα φράγκα στην τσέπη του. Εκεί καταφεύγει στον συνώνυμό του ζωγράφο Λουί Νταβίντ, ο οποίος τον θέτει υπό την προστασία του. Κοντά του εργάζεται σκληρά και σύντομα γίνεται ολοφάνερο το ταλέντο του και αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική αξία του. Ταξιδεύει έπειτα στη Ρώμη, όπου και εργάζεται κοντά στον διάσημο γλύπτη Κανόβα. Δεν τον ενθουσιάζει όμως ο κλασικισμός του. Είναι ανικανοποίητος. Θέλει πάντα κάτι καινούργιο, κάτι πρωτότυπο στην τέχνη του. Το 1811 βραβεύεται στη Ρώμη για το έργο του «Ο θάνατος του Επαμεινώνδα».

Πολλά από τα έργα του είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία, αρχαία και νεώτερη, όπως «Ο Θεμιστοκλής», «Ο Φιλοποίμην», «Η προτομή του Κανάρη», με κορωνίδα το αριστούργημά του: «Η νεαρά Ελληνίς επί του τάφου του Μάρκου Βότσαρη».

Είναι καλλιτέχνης ασυμβίβαστος, ανυπότακτος, με έμπνευστη και γόνιμη δημιουργικότητα. Φιλοτεχνεί ανδριάντες, προτομές, ανάγλυφα και μετάλλια σημαντικών προσώπων της εποχής του, όπως των Γκαίτε, Βίκτωρος Ουγκώ, Σατωβριάνδου και Λαμαρτίνου. Ώριμος πλέον, δημιουργεί στα μεταναπολεόντεια χρόνια στο Παρίσι, πλήθος αγαλμάτων και μνημείων. Στα σημαντικά έργα του κατατάσσεται και η μετόπη του παρισινού Πανθέου.

Έτσι λοιπόν ο Νταβίντ γίνεται διασημότητα και η δόξα του χαμογελά. Εκπληρώνονται μάλιστα και οι πολιτικές φιλοδοξίες του. Γίνεται βουλευτής. Σε κάποια περίοδο, όμως, λόγω πολιτικής, υποχρεώνεται και να εκπατριστεί. Πηγαίνει πρώτα στο Βέλγιο και έπειτα έρχεται εδώ, στην Ελλάδα (το 1852). Η υγεία του όμως είναι κλονισμένη και μέρα με τη μέρα χειροτερεύει.

Τελικά ο διάσημος γλύπτης πεθαίνει φτωχός, αλλά τιμημένος, το 1856

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

«Λιμνοθαλασσιώτικα 2010» - Φάρος του Βασιλαδιού και Αη Σώστης

Πολυήμερα τα «Λιμνοθαλασσιώτικα 2010» στο Μεσολόγγι      



 






Επίκεντρο των εκδηλώσεων ο ιστορικός φάρος του Άη - Σώστη















Με επίκεντρο των εκδηλώσεων το ιστορικό νησάκι του Βασιλαδίου και τον φημισμένο φάρο του Άη-Σώστη διοργανώνονται από τον σύλλογο «Οι Φίλοι της Λιμνοθάλασσας» από 2 έως 7 Σεπτεμβρίου, στο Μεσολόγγι, τα «Λιμνοθαλασσιώτικα 2010», εκδηλώσεις με λατρευτικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον που στοχεύουν στην ανάδειξη του φυσικού πλούτου της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου.



Εκτός του Βασιλαδίου, εκδηλώσεις έχουν προγραμματιστεί να γίνουν στο Λιμάνι του Μεσολογγίου, ενώ αξιοσημείωτος είναι ο πολυδιάστατος σχεδιασμός τους αφού στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, εικαστικά γεγονότα και διαλέξεις. Παράλληλα για ακόμη μια χρονιά οι επισκέπτες στο φάρο του Άη-Σώστη θα απολαύσουν τοπικά θαλασσινά εδέσματα και παραδοσιακά γλυκά.

Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έχει ως εξής:

Πέμπτη 2/9, 9:00μμ. στο Θέατρο του Λιμανιού.

Θεατρική παράσταση με τίτλο: «Λύκο Έχεις;», βασισμένο στο «Περπατώ εις το δάσος» της Στ. Μιχαηλίδη από το θεατρικό τμήμα των «Πολιτιστικών Διαδρομών της Ναυπάκτου».

Παρασκευή 3/9, 9:00μμ. στον αύλειο χώρο του ξενοδοχείου «Θεοξένια».

Εκδήλωση με θέμα: «Η Κλείσοβα Ιστορικά και Τεχνικά» με ομιλίες από την φιλόλογο, Κατερίνα Γριβοπούλου με θέμα «ιστορική διαμόρφωση της Κλείσοβας» και την αρχιτέκτονα, Μαργαρίτα Κωνσταντινίδου με θέμα «Μελέτη ανάπλασης και ανάδειξης της Κλείσοβας».





Σαββάτο 4/9, 9:00μμ. στην πλαζ του Plaza στο λιμάνι.

Μουσική βραδιά αφιερωμένη στον Σταύρο Κουγιουμτζή με τη χορωδία του Πνευματικού Κέντρου του δήμου Μεσολογγίου.

Κυριακή 5/9 έως Τρίτη 7/9 στο Φάρο του Άη - Σώστη στο Βασιλάδι.

Από τις 7 το απόγευμα της Κυριακής θα γίνει το επίσημο ξεκίνημα των εκθέσεων παραδοσιακών φορεσιών της Ζωζώς Στέλιου και φωτογραφίας με τίτλο: «Παλιό Μεσολόγγι» του φωτογράφου, Νίκου Σιάμου.



Δευτέρα 6/9 στο Φάρο του Άη - Σώστη στο Βασιλάδι.

Στις 5:30 το απόγευμα θα τελεστεί Μέγας Εσπερινός στο ιστορικό εκκλησάκι του Άη-Σώστη. Ακολούθως θα εγκαινιαστεί η έκθεση ζωγραφικής με εικαστικές δημιουργίες των μαθητών του παιδικού τμήματος του συλλόγου «Οι Φίλοι της Λιμνοθάλασσας». Οι ζωγραφιές των μικρών είναι εμπνευσμένες από τη λιμνοθάλασσα.

Η βραδιά θα ολοκληρωθεί με τη μουσική παράσταση «Τραγούδια της Θάλασσας» από το μουσικό σύνολο «Πολύτονος Αρμονία».



Τρίτη 7/9 στο Φάρο του Άη - Σώστη στο Βασιλάδι.






Ανήμερα της γιορτής του Άη-Σώστη το πρωί θα τελεστεί Θεία Λειτουργία στο ομώνυμο εκκλησάκι του 1860. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας θα προσφερθούν στους επισκέπτες,  τοπικά θαλασσινά εδέσματα, παραδοσιακά γλυκά και φυσικά το ξακουστό ούζο Τρικενέ.

Οι μεταβάσεις στο νησί θα γίνονται με ιδιωτικά πλωτά μέσα. Κατ' εξαίρεση όμως, ο σύλλογος "ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ" φρόντισε για την ύπαρξη και μερικών καϊκιών, έτσι ώστε να καλύψει, όσο είναι δυνατόν την επιθυμία μετάβασης όσων δεν διαθέτουν σκάφος.

Ώρες αναχώρησης από την δυτική προβλήτα της Τουρλίδας:

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου: 7 έως 7:30 το απόγευμα

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου: 5 έως 6:30 το απόγευμα

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου: 6.30 έως  8.30 το πρωί



με αφορμή τις εκδηλώσεις έφτιαξα ένα βίντεο με υλικό από την τελευταία επίσκεψη μου στον Αη - Σώστη στης 14/8/2010. Ελπίζω να το απολαύσετε...


Μεσολόγγι - Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου από την εκπομπή της ΕΡΤ "Μένουμε Ελλάδα" στης 8/4/2010







Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ





Κωστής Παλαμάς "Ύμνος των Αιώνων" - Palamas | Music Codes


Μια σπάνια ηχογράφηση του Κ.Παλαμά να απαγγέλει ο ίδιος το " Ύμνος των Αιώνων ".


Το ποίημα περιγράφει υπέροχα τους τελευταίους 20 αιώνες Ελληνική ιστορία, κατά την άποψη του, αν και Εθνικιστής, ο Παλαμάς εξόργισε τους φανατικούς με την αποδοχή της Σλαβικής επιμιξίας.
την παραπάνω ηχογράφηση δανείστικα από τον χρήστη του youtube
με το nick name "serreosoo8"


ο Κωστής Παλαμάς


"Ήρθες με μια κουρσάρικη γαλέρα
Ταμπούρι έψαχνες νάβρεις και χωσιά
 λημέριασες εδώ να μελετήσεις
καινούργια κούρσα κι άλλα φονικά.
Κουρσάρος, μα ερωτεύτηκες τη λίμνη την ήρεμη και γίνεσαι ψαράς "





Ο Κωστής Παλαμάς, ο νεώτερος εθνικός μας βάρδος, γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1859 στην Πάτρα, από γονείς Μεσολογγίτες. Η οικογένειά του έχει να επιδείξει πολλούς αγωνιστές, κληρικούς και διδασκάλους του Γένους, μεταξύ των οποίων και τον Γρηγόριο Παλαμά. Προπάππος του ήταν ο Παναγιώτης Παλαμάς, ιδρυτής της ονομαστής Παλαμαίας Σχολής στο Μεσολόγγι, στην οποία δίδασκε. Σε ηλικία 15-16 ετών ο Κωστής είχε ήδη χάσει τους γονείς του και φιλοξενήθηκε από τότε στη γενέθλια πόλη του πατέρα του, το Μεσολόγγι. Η πληγωμένη ευαισθησία του τον έκανε κλειστό και αυτοσυγκεντρωμένο. Έβρισκε παρηγοριά στο γράψιμο στίχων και μάλιστα, με μια πρώιμη επίδοση, από την ηλικία των εννέα ετών.

Στην ποιητική συλλογή του «Τα τραγούδια της πατρίδας μου» καταχωρίσθηκε ένα μικρό ποίημα. Ο ποιητής αναφέρει τι ένιωσε όταν αντίκρισε τη νεκρή μητέρα του, σε ηλικία μόλις πέντε ετών.

Το ποίημα έχει τον τίτλο «Η υστερνή ματιά της»:

«Όταν η δόλια μάνα μου / τον κόσμο παρατούσε, / με πήγαν κι εγονάτισα / μικρό, πουλί, μπροστά της, την τελευταία της πνοή / ο Χάρος ερροφούσε...»

Ένα άλλο θλιβερό γεγονός που βύθισε σε βαθιά θλίψη τον Παλαμά ήταν ο θάνατος του πολύκλαυστου αγαπημένου του αγοριού, του Άλκη. Όσες ημέρες βρισκόταν στον «Ευαγγελισμό» κοντά στο άρρωστο παιδί του, που λέγεται ότι είχε όγκο στο κεφάλι, τόση ήταν η οδύνη του, που ο Χίος ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Σύψωμου, έγραφε σε επιστολές του στον Κώστα Χατζόπουλο που βρισκόταν στη Φινλανδία: «Σπεύσον, χάνομεν τον Παλαμάν». Η βαθιά οδύνη του για τον θάνατο του Άλκη υπήρξεν ίσως η αιτία που έγραψε το αριστούργημά του, «Ο Τάφος», (1898).



Ο Παλαμάς συνέθεσε τον θρήνο του από τις 24 Φεβρουαρίου ως τις 9 Μαρτίου 1898, «έναν σταλακτίτη με τα δάκρυα της ψυχής του τα κρυφοσταλάζοντα μέσα του... Η φιλοσοφία της λύπης εκράτησε τα δάκρυα για να τα χύση εις λάμποντας στίχους». Ήταν τόση η απήχηση από το μουσικό άλγος του θρήνου, ώστε το βιβλίο ξανατυπώθηκε άλλες τρεις φορές και μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά.

Ο Κωστής Παλαμάς τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι και το 1875 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά η δίψα του για τα γράμματα και την ποίηση δεν τον άφησε να τελειώσει τις σπουδές του. Εγκατέλειψε τελικώς τη Θέμιδα, για να υπηρετήσει τις Μούσες. Συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά και από το 1886 άρχισε να εκδίδει τους στίχους του σε βιβλία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1887, παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, γόνο πολιτικής οικογένειας του Μεσολογγίου, που έχει επίσης να επιδείξει πολλούς αγωνιστές (Γιάννης Βάλβης κ.λπ.). Απέκτησαν τρία παιδιά: τον Λέανδρο, τη Ναυσικά και τον Άλκη.





Γραμματεύς του Πανεπιστημίου



Στις 15 Οκτωβρίου 1897, ο Παλαμάς διορίστηκε από τον τότε υπουργό Παιδείας Ανδρέα Παναγιωτόπουλο, γραμματεύς του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο διορισμός του υπαγορεύθηκε από διάθεση τιμητική προς έναν ποιητή που κέρδιζε συνεχώς μεγαλύτερη θέση στον ελληνικό Παρνασσό. Γι’ αυτό και οι εφημερίδες του καιρού («Εστία», «Άστυ», «Ακρόπολις»), επήνεσαν ζωηρότατα την υπουργική απόφαση, βρίσκοντας την ευκαιρία να εγκωμιάσουν τον ποιητή.

Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, κ. Αλ. Κρασσάς του είπε: «Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε... να γράφετε ποιήματα». Ευτυχώς, η ελπίδα διαψεύστηκε και η ελληνική τέχνη κέρδισε μια κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία.

Αργότερα, το 1911, η Σύγκλητος, εξαίροντας το έργο του και τις πολύτιμες υπηρεσίες του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποφάσισε να ανανεώσει τη θητεία του και στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι αναφέρεται πλέον ως γενικός γραμματεύς. Το 1923, προάγεται ομόφωνα από τη Σύγκλητο «εις τον βαθμόν Υπουργικού Διευθυντού Πρώτης Τάξεως»4. Πάμπολλα είναι τα έγγραφα που συνέταξεν ο Παλαμάς κατά την τριαντάχρονη θητεία του στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ορισμένα από αυτά σώζονται στο Ιστορικό Αρχείο του ιδρύματος, σε χειρόγραφη ή δακτυλόγραφη μορφή και αποτελούν δείγμα της υπαλληλικής του ευσυνειδησίας. Το 1926, ο Παλαμάς υποβάλλει αίτηση για αποχώρηση από τη θέση του γενικού γραμματέα του Πανεπιστημίου, χωρίς όμως αυτή να γίνει αποδεκτή από τη Σύγκλητο. Το 1928, ο ποιητής, κουρασμένος από τα χρόνια και το τιτάνιο συγγραφικό έργο του, αλλά και την κοπιώδη επιστασία της διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, επανέρχεται στο αίτημά του.




Τότε, στη συνεδρίαση της Συγκλήτου της 1/3/1928, ο πρύτανης Νικόλαος Αλιβιζάτος ανακοίνωσε την αποδοχή της παραίτησής του και διάβασε την επιστολή με την οποία ο ποιητής ευχαριστούσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών γιατί τον βοήθησε να αντεπεξέλθει στις βιοτικές ανάγκες του και να επιδοθεί παράλληλα στην ποίηση. Το ποιητικό έργο του τιμήθηκε με πλήθος αριστείων και τιμητικών διακρίσεων και ο Ρομαίν Ρολάν δήλωσε ότι ο Παλαμάς «είναι ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής της Ευρώπης».



Γόνιμος και πολύπλευρος ο Παλαμάς, ανησυχεί για όλα τα προβλήματα που βασανίζουν την ανθρώπινη σκέψη. Καμιά «σχολή» και καμιά τεχνοτροπία δεν θα μπορούσε να τον διεκδικήσει. Θα μπορούσε σεμνυνόμενος να πει: «Η ποίησή μου είμαι εγώ».



Παρνασσισμός και ρομαντισμός



Ξεκίνησε με άμετρο θαυμασμό για τους Παράσχους, τους Σούτσους και τους άλλους ρομαντικούς της καθαρεύουσας, για να στραφεί, από τα πρώτα κιόλας βήματα, προς τη δημοτική και τα διδάγματα του Νικολάου Πολίτη, να δεχθεί αργότερα το κήρυγμα του Ψυχάρη και ν’ αναπτυχθεί σε προσωπικότητα πρώτου μεγέθους, συνδυάζοντας τη λόγια φαναριώτικη με τη δημοτική παράδοση κι αντλώντας από τους Αρχαίους και το Βυζάντιο, από το δημοτικό τραγούδι και τον Βαλαωρίτη και ταυτόχρονα από την ξένη λογοτεχνία και τη διανόηση, ιδίως από τη γαλλική ποίηση, από τον παρνασσισμό και τον ρομαντισμό ως τον συμβολισμό της πρώτης περιόδου. Και κατάφερε να τ’ αφομοιώσει όλα και να δημιουργήσει πολύτιμο έργο, με χαρακτήρα έντονα προσωπικό και εθνικό, απ’ όπου περνάει με αρραγή συνοχή και συνέχεια ολόκληρος ο ελληνισμός, ο αρχαίος, ο βυζαντινός και ο νεώτερος, ενώ απ’ την άλλη μεριά ακούγονται να σαλεύουν τα ρεύματα και τα μηνύματα της Ευρώπης.
Η ποίηση του Παλαμά είναι ένας ποταμός, που άλλοτε κατεβαίνει ορμητικός κι άλλοτε ήμερος και κουρασμένος, αφήνοντας να διαφανεί η λογοτεχνική και ποιητική του μεγαλοφυΐα. Μέσα σ’ όλη αυτή τη στιχοπλημμύρα θαυμάζει κανείς την παρατακτική απαρίθμηση εννοιών και πραγμάτων, αισθημάτων και εντυπώσεων. Η επιβολή του και στους διεθνείς πνευματικούς κύκλους είχε τέτοια ευρύτητα, ώστε το 1934 υπήρξε σοβαρότατος διεκδικητής του Βραβείου Νόμπελ.

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν αποχώρησε από την υπηρεσία, του έδωσε «χάριν τιμής» σύνταξη ίση με τον τελευταίο μισθό του. Αργότερα ενέκρινε τιμητική ισόβια σύνταξη στον ποιητή του «Δωδεκάλογου» και ο Δήμος Αθηναίων. Η αγάπη είναι το συγκλονιστικό συναίσθημα, που κυριάρχησε στο έργο του Παλαμά, μια αγάπη απέραντη σαν τη θάλασσα, μια αγάπη για όλα, μα κυρίως για τη ζωή. Στη συλλογή του «Τα μάτια της ψυχής μου» (1892) καταχωρίσθηκε το ποίημά του «Ύμνος της ζωής». «...Ζωή δεν είναι τίποτε / γλυκύτερο στον κόμο / απ’ την πεντάμορφη ζωή / την ηλιοφωτισμένη!»

Το 1900, συνθέτει και δημοσιεύει ένα εκτεταμένο ποίημα σε δώδεκα μέρη με τίτλο «Οι Χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης» και το 1904 ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Ασάλευτη ζωή».




Το 1907, τυπώνει το πιο πρωτότυπο έργο του, τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» και το 1910 τη «Φλογέρα του βασιλιά». Και στα δύο επικολυρικά ποιήματα, κυριαρχεί η μεγάλη αγάπη του για την πατρίδα και το όραμα του μέλλοντος και του πεπρωμένου της φυλής για τη «Μεγάλη Ιδέα».

Το 1912, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Καημοί της λιμνοθάλασσας», που προέρχεται από τα νεανικά βιώματά του, όταν ζούσε στην Ιερή Πολιτεία.

Μια πίκρα

Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τάζησα

κοντά στ’ ακρογιάλι,

στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη

ζωούλα προβάλλει,

και βλέπω τα ονείρατα κι’ ακούω τα μιλήματα

των πρώτων μου χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι,

στενάζει, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα:

Να ζούσα και πάλι

Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στην θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Μια μάνα είν’ η μοίρα μου, μια μάνα είν’ η χάρη μου,

δεν γνώρισα κι άλλη:

Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη

και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη.

Και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τόνειρο

κοντά μου και πάλι

τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

τη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκρανε,

μια πίκρα μεγάλη,

και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα

της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι.

Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου

και ποια ανεμοζάλη,

που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,

πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι,

Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ ανεξήγητη,

μια πίκρα μεγάλη,

η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες τον παράδεισο

των πρώτων μας χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι.

(Καημοί της Λιμνοθάλασσας)



Τον ίδιο χρόνο τυπώνει τη συλλογή του «Η Πολιτεία και η μοναξιά». Την επόμενη συλλογή του, «Βωμοί», δημοσιεύει το 1915? και το 1929 παρουσιάζεται στο κοινό με τη συλλογή του «Δειλοί και σκληροί στίχοι». Ακολουθούν πολλές άλλες συλλογές όπως «Περάσματα και χαιρετισμοί», «Οι νύχτες του Φήμιου» και «Ξανατονισμένη μουσική». Το τελευταίο είναι μετάφραση ποιημάτων Ευρωπαίων ποιητών.

Εκτός της όλης ποιητικής και φιλολογικής του εργασίας, ο Κωστής Παλαμάς άφησε δύο θεατρικά αριστουργήματα. Το δράμα «Τρισεύγενη» (1903) και τη νουβέλα «Ο θάνατος του παλληκαριού» το 1901.

Είναι καταπληκτικά όσα μας διασώζει για τον Κωστή Παλαμά, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στην αυτοβιογραφία του, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν στις «Επτά Ημέρες» της «Καθημερινής».


Με τη γυναίκα του και κάποια οικογενειακή φίλη τους.

«Κατά το 1922, έβαλα τη μάνα μου να δακτυλογραφήση τα ποιήματά μου, όσα τότε φανταζόμουν παρουσιάσιμα, με τη σκέψη να τα υποβάλω στον Παλαμά. Έτσι, ένα πρωί, με τον θησαυρό μου υπό μάλης πήγα στο γραφείο του Γενικού Γραμματέως του Πανεπιστημίου, στο Κεντρικό Κτίριο. Δειλά και με την ψυχή τρεμάμενη χτύπησα την πόρτα και άκουσα ένα βραχνό “εμπρός”. Κάτω από τα πυκνά φρύδια με κοίταζαν ανιχνευτικά δύο βαθιά μάτια. Είπα το όνομά μου, την ιδιότητά μου και τον σκοπό της επίσκεψής μου. Ο άνθρωπος, συνηθισμένος από τέτοιες εισβολές, παρέλαβε τα χαρτιά που είχε φροντίσει να συρράψη η μάνα μου και μου είπε με μια εξαιρετική προσήνεια να περάσω μετά μία εβδομάδα να μου πη. Μετά μία εβδομάδα παρουσιάσθηκα με τον ίδιο τρόπο, στο ίδιο γραφείο. Ο Παλαμάς μου ζήτησε συγγνώμην διότι δεν πρόφτασε να με διαβάση. Αλλάξαμε μερικές φιλοφρονήσεις και έφυγα. Πάλι μετά μία εβδομάδα πήγα, αλλά και πάλι με παρακάλεσε να ξαναπάω σε μια εβδομάδα. Αρκετά απογοητευμένος ξανάφυγα, αλλά και αποφασισμένος να επιμείνω. Πραγματικά ξαναπήγα και τότε ο Παλαμάς με δέχθηκε αλλοιώτικα. » Μου είπε ένα σωρό καλά λόγια. Ιδίως ―και αυτό είχε για μένα τότε σημασία― να εξακολουθήσω να γράφω. Μιλήσαμε εκείνη τη φορά για ξένη ποίηση, για τις προτιμήσεις μου, δόθηκε στον Παλαμά η ευκαιρία να καταλάβει ότι είχα πολλά διαβάσει. Τότε με κάλεσε να πάω μια ορισμένη μέρα στο σπίτι του, Ασκληπιού 3, να κουβεντιάσωμε. Έτσι, άρχισα να είμαι τακτικός επισκέπτης του “κελλιού”. Ήταν για μένα το μεγάλο σχολείο. Είναι αδύνατο να πω τώρα τι διδάχτηκα από τον Παλαμά. Αλλά είναι βέβαιο πως άντλησα πολλά από τη σοφία του, από τις εκλάμψεις του πνεύματός του. Ήμουνα συνεπαρμένος από αυτόν τον βαθυστόχαστο ποιητή με την πλατειά σκέψη, με την ικανότητα να καταλαβαίνη κάθε είδους μορφές ποιητικού λόγου και να τις κρίνη με μια υπέροχη δικαιοσύνη. »Εκείνο τον καιρό είχε φύγει ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος για το εξωτερικό και ο Παλαμάς είχε γίνει το μόνο μου καταφύγιο, το παράθυρό μου προς τον ανοιχτό ορίζοντα.

»Τον Σεπτέμβριο του 1922 μου διάβασε το ποίημά του για τη μικρασιατική συμφορά. “Τους Λύκους”. Διάβαζε πολύ ωραία. Κοντεύουν 60 χρόνια από τότε και ακόμη θυμάμαι τη συγκίνησή μου. Μου έκανε εντύπωση ότι, ενώ δεν ήξερε παρά μόνο γαλλικά, από πολύ μέτριες μεταφράσεις ―η γαλλική γλώσσα δεν μπορεί να αποδώση ξενόγλωσσα κείμενα― κατόρθωσε να καταλάβη Άγγλους, Γερμανούς και Ιταλούς ποιητές, χάρις στο διεισδυτικό του αισθητήριο. »


Ο ποιητής με τον μικρό Τίτο Κασιμάτη, στα 1926.
Ώσπου να φύγω για τη Γερμανία, η επικοινωνία αυτή συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή. Αλλά και όταν μετά τρία χρόνια γύρισα, ίσως όχι τόσο τακτικά, όμως πολύ συχνά, περνούσα μερικές ώρες στο “κελλί”, πάντα γόνιμες αλλά και ευχάριστες, διότι ο Παλαμάς, εκτός από τόσα άλλα που μου πρόσφερε, είχε χιούμορ, που το ασκούσε συνήθως εις βάρος του. Του άρεσε το αστείο και όταν του έλεγα κάτι που άξιζε να το διασκεδάσης, ξεκαρδιζόταν στα γέλια. »

στην πόρτα του σπιτιού του, Ασκληπιού 3, με την κόρη του Ναυσικά
Τακτικοί επισκέπτες στο “κελλί”, ήταν τα ίδια χρόνια μ’ εμένα και ο Κατσίμπαλης, κάποτε ο Δ. Αντωνίου (ο Καπετάνιος όπως τον λέγαμε, διότι εκτός από ποιητής ήταν και πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού), ο Σεφέρης, ο Καραντώνης [...] »

Τον ίδιο καιρό στην οδό Ασκληπιού ερχόταν και ο Σικελιανός [...]. »

Το 1930 του ανήγγειλα ότι σχεδιάζω να γράψω μια μελέτη για το έργο του. Το χάρηκε. Λίγο όμως αργότερα έπαθε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο από το οποίο συνήλθε, χωρίς όμως να ξαναγίνη ο παλιός Παλαμάς. Συγχρόνως με τον Παλαμά γκρεμίσθηκε και το “κελλί” του, όταν οι ιδιοκτήτες του αποφάσισαν να το κάνουν πολυκατοικία. »


Ο ποιητής στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου.

Ακολούθησε η αναγκαστική μετακόμιση από την οδό Ασκληπιού στην οδό Περιάνδρου 5 στην Πλάκα, ένα πιο άνετο σπίτι, πιο ευρύχωρο αλλά που δεν απόκτησε ποτέ την υποβλητικότητα και τη ζεστασιά του “κελλιού”, όπου είχε ζήσει γύρω στα 50 χρόνια».

Ο Παλαμάς ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο με τη μελέτη και τη φαντασία του, βιώνοντας στην κυριολεξία την «Ασάλευτη ζωή», στο κελί του, στο ιστορικό σπίτι της οδού Ασκληπιού 3, στο ασκητήριό του, στην «Πολιτεία και μοναξιά», μέχρις ότου αναγκάσθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να μετακομίσει σ’ ένα δρόμο κάθετο της Φιλελλήνων, στην Περιάνδρου 5. Στο ονομαστό «σαλόνι» του ιστορικού σπιτιού της Ασκληπιού 3 συγκεντρώνονταν επί χρόνια οι εκπρόσωποι της φιλολογικής Αθήνας, και τα τελευταία χρόνια του στην οδό Περιάνδρου 5.


Σε ηλικία 14 ετών, μαθητής γυμνασίου.


«Ο Παλαμάς ―γράφει ο Κώστας Στεργιόπουλος―, ανήκει κατά μέγα μέρος στην Ιστορία. Φτάνει όμως να επιχειρήσουμε για μια στιγμή να τον αφαιρέσουμε, για να δούμε πόσο μεγάλο κενό ανοίγεται και πόσο αλλάζει μονομιάς η όψη της συνέχειας. Θα μπορούσαμε ν’ αναρωτηθούμε κι εμείς μαζί με τον Άγρα: “Είναι λοιπόν ―αδίσταχτα― μεγάλος ο Παλαμάς; Δεν ξέρω? μα τρέμω να φανταστώ τι θάταν η νεοελληνική ποίηση” ―ας προσθέσουμε και γενικότερα τα γράμματά μας― “χωρίς το ανάστημά του”. “Ένα παραμύθι δίχως γίγαντα? μια χώρα δίχως βουνό. Μια θρησκεία δίχως προφήτη. Μια ιστορία δίχως ήρωα”». Ο Άγγελος Σικελιανός στην ομιλία του στον «Παρνασσό» το 1936 με θέμα: «Ο Παλαμάς ασκητής και μύστης», θέλοντας να τοποθετήσει την τελική εικόνα του ποιητή μπροστά στους ακροατές του, «απλά και καθαρά» όπως λέει, τον ονομάζει, άγιο.


Ο ποιητής σε ηλικία 4 χρόνων με τον αδερφό του Χρηστάκη.


«Ο Παλαμάς», γράφει, «εμόχθησε, έλπισε, αγάπησε, αιμάτωσε, αγωνίστηκε, ενίκησε, για μας. Ο Παλαμάς λοιπόν, είναι ένας άγιος»7. Ο Παλαμάς όντως εμόχθησε σκληρά σμιλεύοντας στίχους και πεζά σαν τον χρυσικό στο εργαστήρι του. Δεν χάρηκε την άνετη ζωή, ούτε τη φύση. Αποτυπώνει αυτόν τον πιο τρανό καημό του σε στίχους, στη συλλογή του «Η Πολιτεία και Μοναξιά».



Ο πιο τρανός καημός μου



Την ώρα την υπέρτατη που θα το σβη το φως μου

αγάλια αγάλια ο θάνατος, ένας θε να είν’ εμένα

ο πιο τρανός καημός μου.

Δε θα είν’ οι κούφιοι λογισμοί, τα χρόνια τα χαμένα,

της φτώχειας η έγνοια, του έρωτα η ακοίμητη λαχτάρα,

μια δίψα μέσ’ στο αίμα μου, προγονική κατάρα,

μήτε η ζωή μου η αδειανή συρμένη απ’ το μαγνήτη

πάντα της Μούσας, μήτ’ εσύ, χιλιάκριβό μου σπίτι.

Ο πιο τρανός καημός μου

θα είναι πως δε δυνήθηκα μ’ εσέ να ζήσω, ω πλάση,

πράσινη απάνου στα βουνά, στα πέλαγα, στα δάση,

θα είναι πως δε χάρηκα σκυφτός μέσ’ τα βιβλία,

ω φύση, ολάκερη ζωή, κι ολάκερη σοφία!



Ο Κωστής Παλαμάς, τρεις μέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοαλβανικού πολέμου (1η Νοεμβρίου 1940), απευθύνεται στα νιάτα της Ελλάδας με ένα τετράστιχό του που επιγράφεται «Στη νεολαία μας».



«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μεσ’ την ανεμοζάλη

το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,

αυτό το λόγο θα σας πω

δεν έχω άλλο κανένα

Μεθύστε με τ’ αθάνατο

κρασί του Εικοσιένα!»



Και τα παιδιά της Ελλάδας με τη φυσική λεβεντιά και πατριδολατρία τους αφουγκράσθηκαν τα λόγια του ποιητή και έγραψαν σελίδες δόξας και μεγαλείου στις δυσπρόσιτες και χιονισμένες κορυφές της Πίνδου και έτσι ο Κωστής Παλαμάς συνεπαρμένος απ’ τις νίκες των Ελλήνων γράφει το τελευταίο του ποίημα με τίτλο: «Η νίκη».

«Παιδιά μου ο πόλεμος, / για σας περνάει θριαμβευτής? / των άδικων ο πόλεμος / δεν είν’ εκδικητής / είναι ο θυμός της άνοιξης / και της δημιουργίας; / Κι’ αν είναι, και στον / πόλεμο μέσα η ζωή θυσία, / ο τάφος είναι πέρασμα / προς την Αθανασία!»



Ο ποιητής, εξαντλημένος ήδη, γερασμένος με άσπρα τα μαλλιά και τα γένια, άσπρα τα δασιά πυκνά φρύδια, που έπεφταν και σκέπαζαν σχεδόν τα μάτια του, δεν άντεξε στον χαμό της στοργικής συντρόφου του, που πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου 1943, και δεκαοκτώ ημέρες αργότερα προσευχόμενος και σιγοψέλνοντας έφυγε κι αυτός για την αιώνια ανάπαυση.

Έφυγε ο Παλαμάς που αναφέρθηκε στην ποίησή του σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και με τον πλούτο των κοσμητικών του επιθέτων προσφώνησε την Παναγία με τα κατά τόπους ωραία επίθετά της, μαζεμένα απ’ όλη την Ελλάδα και αραδιασμένα αρμονικά στους εξής στίχους του:

«Παντάνασσα, Ελεούσα, Γλυκοφιλούσα, Ακάθιστη, Γιάτρισσα, Πονολύτρα, Παραμυθιά, Περίβλεφτη, Πανάχραντη, Οδηγήτρα, Αντιφωνήτρια, Τριχερούσα, Βαγγελίστρα, Γοργοεπήκοη, Αθηναία, Ρωμαία, Φανερωμένη» [Φ. 124].

Πέθανε στις 3.20’ π.μ., ημέρα Σάββατο, της 27ης Φεβρουαρίου 1943. Το θλιβερό άγγελμα διαδόθηκε αστραπιαία από στόμα σε στόμα σ’ όλη τη γερμανοκρατούμενη πρωτεύουσα. Ο Παλαμάς δεν ανήκε πλέον στην οικογένειά του αλλά σ’ ολόκληρο το έθνος. Στην κηδεία του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, μια λαοθάλασσα έψαλλε με ρίγη εθνικής συγκίνησης τον Εθνικό Ύμνο. Κι ενώ το φέρετρο κατέβαινε στον τάφο, ακούστηκε η βροντώδης και θαρραλέα φωνή του Άγγελου Σικελιανού στον ύστατο ποιητικό–εθνικό αποχαιρετισμό, που ήταν ταυτόχρονα και μια δυναμική αντιστασιακή πράξη μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων κατακτητών.


«...Ηχήστε οι σάλπιγγες... / καμπάνες βροντερές / δονήστε σύγκορμη τη χώρα / πέρα ως πέρα... Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!

................................................................................

Σημαίες της λευτεριάς, ξεδιπλωθείτε!»



Σε λίγο, το 2004, μαζί με τον Εθνικό μας Ύμνο, θα ανακρουσθεί και θ’ ακουστεί πανανθρώπινα, οικουμενικά, ο Ολυμπιακός Ύμνος που έγραψε ο Κωστής Παλαμάς και μελοποίησε ο Σπύρος Σαμάρας.

«Αρχαίο πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα

του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού,

κατέβα, φανερώσου κι’ άστραψε εδώ πέρα

στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού».



Σημειώσεις

1. Παναγιώτα Δασκαλάκη, Ο Μεσολογγίτης εθνικός μας ποιητής, «Ορθοδοξία―Ελληνισμός», 1-6-2003, σ. 14-15.

2. Βλ. Κωστής Παλαμάς, Ανθολογία Μιχ. Περάνθη, τ. Β, σ. 95.

3. Βλ. Ανθολογία Μιχ. Περάνθη, ό.π., σε υποσημείωση, σελ. 11.

4. Βλ. Εφημερίς «Το Καποδιστριακό», αρ. φύλλου 24, 15 Απριλίου 2003 (Δεκαπενθήμερη έκδοση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, σ. 4.

5. Βλ. Κωστής Στεργιόπουλος, ο Παλαμάς χτες και σήμερα, Περιοδικόν «Διαβάζω», τεύχ. Αρ. 334, 27 Απριλίου 1994, σελ. 104.

6. Κων/νου Τσάτσου, «Στο κελλί της Ασκληπιού», Περιοδικό «Καθημερινής» «Επτά Ημέρες», Κυριακή 30-3-2003, σ. 18-19.

7. Βλ. Ελένη Μαρμαρινού-Πολίτου, Ο Παλαμάς είναι ένας άγιος, Περιοδικό «Επτά Ημέρες», ό.π., σελ. 9.

8. Βλ. Χ.Π. Ανδριώτης, Η γλώσσα του Παλαμά, Περιοδικό «Νέα Εστία», Χριστούγεννα 1943, σ. 260.
http://www.istoria.gr/sep03/content04.htm






Ποιητικό έργο


Τραγούδια της πατρίδος μου (1886)

Ύμνος εις την Αθηνάν (1889)

Τα μάτια της ψυχής μου (1892)

Ίαμβοι και ανάπαιστοι (1897)

Τάφος (1898)

Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης (1900)

Η ασάλευτη ζωή (1904)

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907)

Η φλογέρα του Βασιλιά (1910)

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας (1912)

Σατιρικά Γυμνάσματα (1912)

Η πολιτεία και η μοναξιά (1912)

Βωμοί (1915)

Τα παράκαιρα (1919)

Τα δεκατετράστιχα (1919)

Οι πεντασύλλαβοι- Τα παθητικά κρυφομιλήματα- Οι λύκοι- Δυό λουλούδια από τα ξένα (1925)

Δειλοί και σκληροί στίχοι (1928)

Ο κύκλος των τετράστιχων (1929)

Περάσματα και χαιρετισμοί (1931)

Οι νύχτες του Φήμιου (1935)

Βραδινή φωτιά (1944, μεταθανάτια έκδοση επιμελημένη από τον γιό του Λέανδρο)

Πεζογραφικό έργο

Θάνατος παληκαριού, διήγημα, (1901)

Διηγήματα, 1920

Θέατρο

Τρισεύγενη, δράμα (1903).



O Παλαμάς ως Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου,



καθισμένος στην καρέκλα του Πρύτανη στη Mεγάλη Aίθουσα Tελετών,


διενεργεί Πρυτανικές Aρχαιρεσίες, μάλλον το 1928






αυτόγραφη επιστολή του ποιητή προς την Ελένη Κορτζά





Δόξα στο Μεσολόγγι


(απόσπασμα)



Γη, τους ξάστερους πάντοτε ουρανούς μου


Κάθε λογής κόσμοι αστρικοί πλουμίζουν,


Άστρα που σβύνουν και πού πέφτουν, άστρα


Που τρεμοφέγγουν,


Πλανήτες, φωτοσύγνεφα, κομήτες,


Φώτα χλωμά και φώτα θάμπωμα, ήλιοι,


Πές τα μαργαριτάρια και χρυσάφια,


Πες τα διαμάντια.


Μα εσύ, ρουμπίνι απ΄ τους αχνούς δεμένο


Μαρτυρικών και ηρωικών αιμάτων.


Στον ουρανό της πλάσης, καθώς είναι του πόλου το άστρο,


Του πόλου το άστρο εσύ στους ουρανούς μου


Της Δόξας, δόξα, ώ Γή! Το Μισολόγγι:


Κι΄ οι με ονόματα μύρια γνωρισμένοι


Κόσμο μου που είναι


Κι΄ οι από σπαθιού καταχτητές, και οι δάφνες


Των πολεμάρχων οι αιματοβαμμένες,


Κι΄ οι Αλέξαντροι


Κι΄ οι Εφτάλοφες και οι Νίκες


Και οι Σαλαμίνες,


Και με τις ιστορίες οι πολιτείες


Και στόματα χρυσά και οι Κυβερνήτες


Κι΄ οι Ηράκλειτοι του Λόγου και της Τέχνης


παντού κι΄ οι Αισχύλοι,


Ανήμποροι όπως κι΄ αν σταθούν μπροστά σου,


Και σε μιάς τρίχας ήσκιο να θολώσουν


Την ξεκομμένη απ΄ του Κυρίου την όψη


Φεγγοβολιά σου.


Μισολόγγγι. Χαρά της ιστορίας,


Γη επαγγελμένη. Πάνε εκατό χρόνια,


Κι΄ ας πάνε. Η θύμηση άχρονη μπροστά σου


Θα γονατίζει.


-------------------------------------------


(1926, απαγγέλθηκε από τον ίδιο τον Ποιητή,


στην 100η επέτειο της Εξόδου στο Μεσολόγγι)


το σπίτι του ποιητή στο Μεσολόγγι σήμερα





φύλλο της εφημερίδας Νουμας την 31η Μαη 1909 με δημοσίευση του ποιήματος "οι καημοί της λιμνοθάλασσας" αριθμός φύλλου 346
ο Νουμας - Παλαμας Κωστης ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΗΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ Περιοδικό 7Ημέρες με αφιέρωμα στον Παλαμά - Κωστής Παλαμάς "τα χρόνια του και τα χαρτιά του

 
*/*Ευχαριστούμε που μας επισκεφθήκατε!*/*