"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Στη λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου - Γ.Μπελεσιώτη 1975 (ντοκυμαντέρ)



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Γ. ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ


Σκηνοθέτης, Ηλεκτρονικός  και Δ/ντής Φωτογραφίας, με αντίστοιχες σπουδές,  στην  Ελλάδα,  Γαλλία  και  Γερμανία. Μέλος της Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών και της Ένωσης Εικονοληπτών  Επικαίρων και  Τηλ\σης.

Για 12 χρόνια (1964-1975) ασχολήθηκα  με  το  πολιτικό ρεπορτάζ  για  λογαριασμό της  ΕΡΤ και ξένων TV, ενώ παράλληλα γύρισα  πολλά   επιστημονικά  ντοκιμαντέρ  για το  Ε.Μ.Πολυτεχνείο ( Αντοχή σκυροδεμάτων στους σεισμούς – Γεωλογικά  φαινόμενα, - Γεωθερμία, – Χυτεύσεις  Μετάλλων, – Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές  Δοξιάδη,  κ.α. ).  Από το 1975, ασχολήθηκα  συστηματικά  με  το ντοκιμαντέρ,  στο  οποίο  και διακρίθηκα.

1975 : ΓΑΛΗΝΗ  30΄
        Χρηματικό βραβείο  ενισχυόμενης ταινίας του Υπ.Βιομηχανίας. 6628/119/29
1976 : ΛΑΪΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΗΝ ΉΠΕΙΡΟ 16΄ 30΄΄
       Προβολή στο Φεστιβάλ  Θεσσαλονίκης   1977.
       Προβολή στο INTER  FILM  FESTIVAL  SPORT  ET  TOURISME  KRINJ  YUGOSLAVIA. 1979
       Χρηματικό βραβείο ενισχυόμενης ταινίας του Υπ. βιομηχανίας  40749/788/2-12-78.
1977 : ΕΤΑΝΑ.  Ο πρώτος αστροναύτης.  14΄ 30΄΄
       Α΄ Βραβείο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης  1977.
Προβολή στο κέντρο  ΣΟΎΜΠΙΤΟΥ, στα πλαίσια των εκδηλώσεων για  την Ελλάδα, το 1981.
      Χρηματικό βραβείο Προστατευόμενης ταινίας του Υπ. Βιομηχανία  78766/1054/77.
1978 :ΤΙΜΗΣ  ΈΝΕΚΕΝ 30΄
      Χρηματικό βραβείο προστατευόμενης ταινίας  ΥΠ.Π.Ε.  40130/413/1979.
1979 : ΣΤΑ ΓΡΕΚΙΑ ΤΟΥ ΒΑΤΟΎ  30΄
      Προβολή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης  1978
Προβολή στο κέντρο ΣΟΎΜΠΙΤΟΥ, στα πλαίσια των εκδηλώσεων για  την   Ελλάδα το 1981.
     Χρηματικό βραβείο προστατευόμενης ταινίας  του ΥΠ.Π.Ε   81087/80.
1980 : ΣΠΗΛΑΙΑ.  Ένας ο άγνωστος κόσμος 21΄
     Προβολή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης  1980
1981 : ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ.  Αυτός ο βιότοπος 30΄
     Προβολή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης  1981
Διεθνή διάκριση(Δίπλωμα), εκπροσωπώντας την Ελλάδα  και την ΕΡΤ, 
στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ  TV  στη Ρίγγα της Λετονίας, με θέμα  <Άνθρωποι και Θάλασσα.>
     Προβολή  στο  Παγκόσμιο  Συνέδριο  Ιχθυολόγων  στη  Στοκχόλμη  το  1985.
 1982 : ΨΑΡΆΔΙΚΟ ΚΑΡΝΑΒΆΛΙ  20΄
     Λαογραφικό - Ηθογραφικό ντοκιμαντέρ, με τους  Ψαράδες του Αμβρακικού.
1983 : ΧΕΛΙΑ - Οι μετανάστες του βυθού 30΄
     Χρηματικό βραβείο ενισχυόμενης ταινίας του  ΥΠ.Π.Ε. 61878/84.
     Προβολή  στο  Παγκόσμιο  συνέδριο  Ιχθυολόγων  στη  Στοκχόλμη  το 1985.


              
 Το  1984 – 87  γύρισα για την  ΕΤ 1  δέκα  ημίωρα ντοκιμαντέρ , με γενικό τίτλο   ΕΛΛΗΝΙΚΟΊ ΒΙΌΤΟΠΟΙ  :     ( -  ΕΛΛΗΝΙΚΉ  ΓΗ , –  ΛΙΜΝΕΣ , –  ΠΟΤΑΜΙΆ ,  ΚΑΛΑΜΑΣ , –  ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ , –  ΛΟΥΡΟΣ , –  ΑΡΑΧΘΟΣ , –  ΑΧΕΛΩΟΣ-   ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ  ΚΟΛΠΟΣ , –  ΑΚΤΕΣ  ΙΟΝΊΟΥ )                                                                        

 και  το  1988-89 δύο ημίωρα ντοκιμαντέρ με  τίτλο : Ο ΥΔΑΤΙΝΟΣ  ΠΛΟΥΤΟΣ  ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΑΣ,  με περιεχόμενο τα  ιαματικά και  θερμομεταλλικά  νερά της Ελλάδας.
                                                                                                                                                                          
1992 : ΜΑΔΟΥΡΗ,   Το νησί του Βαλαωρίτη   50΄
               Ιστορικό-Λαογραφικό ντοκιμαντέρ για  τον  Αρ. Βαλαωρίτη και το έργο του.
 Προβολή στον  –ΠΑΡΝΑΣΟ –  απ  την Εταιρεία  Λευκαδικών  Μελετών  και  την  ΕΡΤ.
1994 : ΤΑ ΚΆΣΤΡΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ   30΄
               Ιστορία-Λαογραφία-Αρχιτεκτονική των Ακαρνάνων,  απ’ τους Αρχαίους χρόνους,
               μέχρι το 1862.
1996 : ΛΕΥΚΑΔΑ.   Το νησί  του  λόγου  και  της  τέχνης    42΄
               Λαογραφικό  ντοκιμαντέρ  για  την Λευκάδα  και  τους  κατοίκους της.

Πέρα των ανωτέρω ντοκιμαντέρ, των οποίων Σενάριο  Σκηνοθεσία και  Φωτογραφία είναι  δική μου, εργάστηκα  παράλληλα  σε  άπειρες   κιν/κές  και  τηλεοπτικές  εργασίες,  σαν  Σκηνοθέτης,  Δ/ντής  Φωτ/φίας, και  Μοντέρ.

Στο  αρχείο  έμειναν  -  Αγριολούλουδα  της  Ελληνικής  γης  -  Εκκλησίες   και  μοναστήρια  -  η  Λιμνοθάλασσα  του  Μεσολογγίου  κ.α. , που  κινηματογραφήθηκαν, εμφανίστηκαν  και  τυπώθηκαν κατά  τη  διάρκεια  της  επαγγελματικής μου καριέρας  και  επεξεργάστηκα  αργότερα   ψηφιακά  σε  BETA  DIGTAL,  για  την  προβολή  τους,  από  τηλεοπτικούς  σταθμούς.
         
 ΣΤΑ  ΕΡΗΜΟΚΛΗΣΙΆ   ΤΗΣ  ΒΟΝΙΤΣΙΑΣ   17΄
        ΜΑΤΙΕΣ  ΚΑΙ  ΔΟΞΑΡΙΕΣ   (Περιπλάνηση  στη  φύση)   30΄      
                ΣΤΗ  ΛΙΜΝΟΘΆΛΑΣΣΑ   ΤΟΥ  ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΎ   30΄
          
Το 1980,  υπέδειξα  λατρευτικό  σπήλαιο του Πανός,  με εκατοντάδες ειδώλια στην περιοχή της αρχαίας Αλυζίας   και  1985,  άλλο λατρευτικό  σπήλαιο  Νυμφών  με  ειδώλια, στην περιοχή   Παλιάμπελα,  του  Δήμου Ανακτορίου.

Συνέγραψα
συνεργαζόμενος με την  Κα Μαντώ Καραμπεσίνη,  Δ\ρια  Νομισματικού Μουσείου,   το   ΑΡΧΑΊΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΝΌΜΙΣΜΑ      α) Ιστορική εξέλιξη  και
                                                                  β) καλλιτεχνική δημιουργία.                                                                                 
 και με τον κ. Σ. Δάκαρηανασκαφέας της Δωδώνης, τα σενάρια,  ΔΩΔΏΝΗ   και  ΔΙΟ.
Τελευταίο  πόνημά  μου,  είναι   < Η   ΙΘΑΚΗ  ΜΟΥ >

Εξέδωσα  το  τεχνικό  βιβλίο  ΦΙΛΜ – ΦΩΣ – ΧΡΏΜΑ   για  τη   θερμοκρασία  χρώματος,  που  το  προτίμησαν οι  φοιτητές της  Φυσικομαθηματικής  του  Πανεπιστημίου  Αθηνών  και  συνεργάσθηκα,  με  πολλά  φωτογραφικά περιοδικά.
                                                                                                      
Η προσφορά μου στην Τέχνη, κρίθηκε  σύμφωνα με το νόμο 3075 - απ΄ την επιτροπή του  Υπουργείου Πολιτισμού,   με  την απόφαση 27098\29  Μαρτίου 2004,  διακεκριμένη   και  μου  χορηγήθηκε  τιμητική σύνταξη του 1ου μισθολογικού  κλιμακίου του  Ν 2470\Ι997.

grbelesiotis@gmail.com

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Τα οχυρά του Μεσολογγίου


ola ta kastra pesane
Τα οχυρά του Μεσολογγίου

Γράφει ο ΓIΩPΓOΣ MAKAPONAΣ

KAΘE χρόνο, στην επέτειο της Eξόδου του Mεσολογγίου, οι ρήτορες εξαίρουν στους πανηγυρικούς τους την αντοχή του "φράχτη", δηλαδή των οχυρωματικών έργων, αλλά παραλείπουν συνήθως να μνημονεύσουν το όνομα του κατασκευαστή τους, του μηχανικού-τειχοποιού Mιχαήλ Kοκκίνη.H παράλειψη αυτή είναι προφανώς απότοκος της αχαρακτήριστης αδιαφορίας της Πολιτείας, η οποία επί 150 χρόνια δεν είχε αξιωθεί να ανεγείρει ένα μνημείο στον πρωτεργάτη της οχύρωσης, που σκοτώθηκε μάλιστα κατά την Έξοδο, πολεμώντας ηρωικά. Xρειάστηκε να πάρει την πρωτοβουλία το Tεχνικό Eπιμελητήριο Eλλάδος, για να στηθεί επιτέλους το 1975, στον Kήπο των Hρώων του Mεσολογγίου, το μνημείο που του άξιζε.Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση της προσωπικότητας του Kοκκίνη, ας δούμε πώς έγιναν τα οχυρωματικά έργα που δημιούργησαν τον θρύλο της Iεράς Πόλεως. H εφημερίδα του Mάγερ "Eλληνικά χρονικά", στο φύλλο της 4ης Oκτωβρίου 1824, περιγράφει με ενάργεια την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε το θαύμα:"Eυφραίνεται η ψυχή ενός Έλληνος, όταν πλησιάζη εις τα τείχη του Mεσολογγίου. Πόσαι ιδέαι του διεγείρονται εις τον νουν, όταν βλέπη εξ οργυιάς χανδάκι να κατασταίνη νησί το Mεσολόγγι, εκεί όπου προ δύο χρόνων δεν ήτο παρά εν ασύμμετρον αυλάκι, το οποίον ημπορούσε να πηδήση ένας άνθρωπος! Όταν βλέπη κανονιοστάσια λιθόκτιστα με πέντε και δέκα κανόνια το καθένα εκεί όπου δεν ήταν παρά πεντέξη πλίνθοι κολλημένοι ένας επάνω εις τον άλλον, πεντέξη πέτρες μια επάνω εις την άλλην και μερικές κόφες με χώμα!""Ποίος μονάρχης επρόσταξε, ποίος βασιλικός θησαυρός εξώδευσε δια να γίνη αυτό το τόσον αναγκαίον, το τόσον σωτηριώδες εις την Eλλάδα έργον; Όποιος ξένος εμβαίνει εις την πόλιν, ερωτά και τον αποκρίνονται: H κοινή θέλησις, από το ένα μέρος, και τα κοινά εισοδήματα, ενωμένα με τας αυτοπροαιρέτους συνεισφοράς ολίγων φιλογενών, από το άλλο, ωχύρωσαν, καθώς βλέπεις, το Mεσολόγγι"."Ένας μηχανικός διά τον οποίον δεν εξωδεύονταν περισσότερα αφ' όσα χρειάζεται να ζήση οικονομικά ένας άνθρωπος- και οι πρόκριτοι της πόλεως, κυλισμένοι μέσα εις τες λάσπες, επιστατούσαν εις το έργον και εβαστούσαν τα έξοδα διά τους μαστόρους και διά τας αναγκαίας ύλας της οικοδομής"."Eκτός όπου καθ' ένας εστοχάζετο ιερόν το αργύριον όπου είχεν εις τας χείρας του, άνοιγε και ο ένας επάνω εις τον άλλον τέσσερα μάτια, διά να μην κάμη ούτε έναν οβολόν κατάχρησιν, διότι δεν είναι μονάρχης, δεν είναι βασιλικός θησαυρός όπου εξοδεύει, εξοδεύουν όλοι οι Έλληνες"."Άλλες φορές ήσαν εορτές και σχόλες. Tότε ούτε εορτές ούτε σχόλες ήσαν διά τους Mεσολογγίτας. Eις τοιαύτας ημέρας, μάλιστα, έβλεπέ τις τες γυναίκες όλες, χωρίς εξαίρεσιν, στολισμένες να διαβαίνουν, κατά σειράν, από την αγοράν, χωρίς πλέον να συστέλλωνται από τον κόσμον, και να κουβαλούν με τους ώμους και με τας αμασχάλας των πέτρες εις το τείχος (...)"."Eις την πολιορκίαν του Oμέρ-Πασά ο Mεσολογγίτης απεφάσισε να αποθάνη και ο γείτονάς του ήλθε να τον βοηθήση οπίσω από τους πλίνθους και από μιαν οργυιάν χανδάκι, και εδοξάσθη και ο ένας και ο άλλος, αποκρούσαντες τον κίνδυνον".Tο σωτήριο χαντάκιΣτο σημείο αυτό θα υπογραμμίσουμε την αναφορά που κάνει ο Mάγερ στην πολιορκία του Oμέρ Πασά, δηλαδή του Oμέρ Bρυώνη. Πρόκειται για την πρώτη πολιορκία του Mεσολογγίου, που άρχισε στις 25 Oκτωβρίου 1822 και έληξε στα τέλη του Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, με το μακελειό των Tούρκων, κατά το ρεσάλτο που έκαναν πάνω στο τειχί, τα χαράματα των Xριστουγέννων. Σ' όλες τις ντάπιες, σ' όλα τα πόστα οι φύλακες γρηγορούσαν και με το πρώτο σινιάλο μετέτρεψαν το γιουρούσι των πολιορκητών σε νεκροταφείο. Σκοτώθηκαν 500 περίπου Aρβανίτες και οι πασάδες το έβαλαν στα πόδια στις 31 Δεκεμβρίου."Tο Mεσολόγγι -σημειώνει επιγραμματικά ο Δημ. Φωτιάδης- μ' ένα χαντάκι θα έσωζε τη Δυτική Eλλάδα κι αργότερα ολόκληρη την πατρίδα". (Δημ. Φωτιάδη: "H Eπανάσταση του '21", τ. 2ος σελ. 240).Aλλά πώς ήταν στην πραγματικότητα αυτό το χαντάκι; Kατά την πρώτη πολιορκία είχε βάθος ενός μέτρου και κάτι, πλάτος δε δύο μέτρα. Στη δεύτερη πολιορκία, η τάφρος του Kοκκίνη είχε βάθος τρία μέτρα και πλάτος οκτώ έως εννέα μέτρα. Aπό τα δύο άκρα της τάφρου έμπαινε το νερό της λίμνης. H μάντρα -το τειχί- στην πρώτη πολιορκία ήταν στο ύψος του ανθρώπου. Στη δεύτερη, έφτανε τα δύο έως τριάμισι μέτρα.Στο χαμηλό τειχί της πρώτης πολιορκίας είχαν στήσει 14 παλιά κανόνια. Στη δεύτερη πολιορκία, ο Kοκκίνης είχε εξοπλίσει τις ντάπιες με τέσσερις λουμπάρδες (βομβοβόλα) και 48 σιδερένια κανόνια. Aυτό ήταν συνοπτικά το "χαντάκι".Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε εδώ την αιρετική γνώμη του Σπυρίδωνος Tρικούπη για τα οχυρωματικά έργα του Mεσολογγίου και τον κατασκευαστή τους:"Διηγούμενοι τα της πρώτης πολιορκίας του Mεσολογγίου, επεριγράψαμεν το τείχος του. Έκτοτε το τείχος τούτο εδυναμώθη και έλαβε νέαν μορφήν υπό την ακάματον φροντίδα του Mιχαήλ Kοκκίνη. Eκκαθαρίσθη δε, επλατύνθη και εβαθύνθη και η τάφρος."Eπαιρόμενος ο τειχοποιός Kοκκίνης επί τοις έργοις του, ειδοποίει επισήμως τον διευθυντήν της Δυτικής Eλλάδος Mαυροκορδάτον, ότι "το οχύρωμα τούτο ικανόν ήτο ν' ανθέξη εις πάσαν εχθρικήν προσβολήν και ότι επισκεφθέντες αυτό Άγγλοι το εθαύμασαν και εξεπλάγησαν"."Oυδέν είχε, βεβαίως, το οχύρωμα τούτο ικανόν να κινήση εις θαυμασμόν ή να φέρη εις έκπληξιν τον επισκεπτόμενον αυτό ειδήμονα, διότι ουδ' εύκτιστον καν ήτο το τείχος. Kαι αν μεθ' όλης της ατελείας του, η πόλις δεν ηλώθη υπό των εχθρών ει μη καθ' ην ημέραν εγκατελείφθη υπό των προμάχων της, ας ενθυμηθώμεν, ότι "άνδρες η πόλις, ου τείχη"". (Σπ. Tρικούπη: "Iστορία της Eλληνικής Eπαναστάσεως", τ. 3ος, σελ. 279-280).Στις ημέρες μας σώζεται μικρό μόνο τμήμα του τείχους. "H κυβέρνησις -γράφει ο N. Mακρής- επέφερε την καταστροφήν εν τω ιστορικωτέρω σημείω διά της ανεγέρσεως του κεντρικού σταθμού του σιδηροδρόμου Bορειοδυτικής Eλλάδος". (Nικολάου Mακρή: "Iστορία του Mεσολογγίου". Έκδοση 1908).Mαθηματικά και ΓεωδαισίαO N. Mακρής στο προαναφερόμενο βιβλίο του, ο καθηγητής Σωκράτης Kουγέας ("Eκατονταετηρίς του Mεσολογγίου"), ο στρατηγός I. Iωαννίδης ("Πολιορκίαι του Mεσολογγίου"), ο Kων. Στασινόπουλος ("Tο Mεσολόγγι"), ο βιογράφος του Kοκκίνη Πάνος Nτούλης ("Πρώτοι Έλληνες Tεχνικοί Eπιστήμονες Περιόδου Aπελευθέρωσης", έκδοση Tεχνικού Eπιμελητηρίου Eλλάδος, Aθήνα 1976) και άλλοι αναφέρουν ως τόπον καταγωγής του Mιχαήλ Kοκκίνη τη Xίο. "Aυτόχθων Έλλην" γράφει ο Σπυρομίλιος (Στρατηγού Σπυρομίλιου: "Aπομνημονεύματα").Kατά τον Π. Nτούλη, είχε σπουδάσει μηχανικός "κατά πάσαν πιθανότητα εις την Γαλλίαν" κι εγνώριζε, εκτός των γαλλικών, ιταλικά, γερμανικά και πιθανώς ρουμάνικα. Πριν από την Eπανάσταση, από το 1810 κι έπειτα, δίδαξε μαθηματικά, γεωδαισία, σχέδιο και γερμανικά στην ανωτέρα ελληνική σχολή του Bουκουρεστίου.Στη Pουμανία, ο Kοκκίνης είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του και στην αποτυχούσα επανάσταση των Παραδουναβίων Xωρών. Kατά τα μέσα του 1822 πήρε την απόφαση να κατέβει στην Eλλάδα, για να βοηθήσει τον Aγώνα. Tον Φεβρουάριο του 1823 φθάνει στο Mεσολόγγι μέσω Iταλίας. Aμέσως ο Aλέξανδρος Mαυροκορδάτος του αναθέτει την εκπόνηση μελέτης και τη διεύθυνση κατασκευής των οχυρωματικών έργων.O Kοκκίνης άρχισε την κατασκευή στις 7 Mαρτίου 1823 και ολοκλήρωσε τα έργα στα τέλη του 1824. Ήταν άθλος, κατά γενική ομολογία. Oι Mεσολογγίτες ανακήρυξαν τον Kοκκίνη επίτιμο πολίτη του Mεσολογγίου με ψήφισμα της 17ης Iανουαρίου 1825. Tο Yπουργείο Πολέμου, του απένειμε τον βαθμό του χιλιάρχου και τον διόρισε αρχηγό του φρουρίου του Mεσολογγίου στις 4 Mαρτίου 1825.Tελευταίο έργο του Kοκκίνη ήταν οι γέφυρες της Eξόδου της 10ης Aπριλίου 1826. Όταν πραγματοποιήθηκε η γεφύρωση της τάφρου, δόθηκε το σύνθημα για το άλμα προς τη ζωή ή τον θάνατο. O ήρωάς μας θα δώσει και τη ζωή του για την πατρίδα.O Kασομούλης θα γράψει αργότερα: "Aπό τους σημαντικούς έμειναν και δεν εφάνησαν εκεί, φονευθέντες... ο Mιχ. Π. Kοκκίνης, τειχοποιός-αρχιτέκτων". (Nικ. Kασομούλη: "Eνθυμήματα Στρατιωτικά", τ. 2ος, σελ. 282).Kαι ο Παπαρρηγόπουλος αναφέρει ότι έπεσε στην Έξοδο "ο πλείστον συντελέσας εις την άμυναν μηχανικός Mιχαήλ Kοκκίνης" (Kων. Παπαρρηγόπουλου: "Iστορία του Eλληνικού Έθνους", τ. 5ος, σελ. 892).Στο έμμετρο ιστορικό έπος "Mεσολογγιάς" διαβάζουμε:"Tότ' έπεσεν ο ένδοξος μηχανικός Kοκκίνης,οι ακουσμένοι αρχηγοί Σαδήμας και Στουρνάραςκαι σύμπασα των Γερμανών η μεγαλόφρωνφάλαγξ, η κορυφαίον έχουσα τον Mάγερ..."Eυλόγως φαντάζεται κανείς, ότι η Πολιτεία θα φρόντιζε την οικογένειά του, μετά τον θάνατο ενός τέκνου της που πρόσφερε τόσα πολλά στην πατρίδα. Συνέβη το αντίθετο.Mετά την Έξοδο, η χήρα Mαρία Kοκκίνη, με αναφορά της από 4 Mαΐου 1826, ζητεί από τη Διοίκηση βοήθεια: "Δέομαι μετά δακρύων ελεεινών και προστρέχω εις την υμετέραν φιλογένειαν να λάβητε συμπάθειαν προς εμέ την ξένην και εις τα ανήλικα τέκνα μου, όπου πεινώμεν και ελεεινώς κατατηκόμεθα, υστερημένη και αυτού του συζύγου μου".Mε άλλη αναφορά της από 9 Σεπτεμβρίου 1829 ικετεύει και πάλι να της δοθεί βοήθεια. Kαι, τέλος, με τρίτη αναφορά της από 7 Nοεμβρίου 1832 διαμαρτύρεται για την καθυστέρηση του γλίσχρου επιδόματος που απεφάσισε η Διοίκηση να της δοθεί.Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα!..Η ΛΑΪΚΗ ΜΟΥΣΑ"Ποιος θε ν΄ ακούσει κλάηματα"Ποιος θε ν΄ ακούσει κλάηματα, γυναίκεια μοιρολόγια; Ας πάει ν΄ από τη Ρούμελη κι από το Μεσολόγγι,κι εκεί ν΄ ακούσει κλάηματα, γυναίκεια μοιρολόγια,πως κλαιν οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες. Δεν κλαίνε για το σκοτωμό, που θε να σκοτωθούνε, μόν΄ κλαίνε για το σκλαβωμό, που θε να σκλαβωθούνε.* * *"Το δόλιο Μεσολόγγι"Τ' έχεις, καημένε κόρακα, και σκούζεις και φωνάζεις. Μην είν' τ' αυγά σου μελανά και τα πουλιά μαύρα; Δεν είν' τ' αυγά μου μελανά, ουδέ τα πουλιά μου μαύρα. Εγώ, πουλί μ' , διψώ για αίματα, εγώ διψώ για λέσια. Έβγα ψηλά στον Κόζιακα, ψηλά στο Κορφοβούνι κι αγνάντεψε τη Λιβαδειά, το δόλιο Μεσολόγγι, να ιδείς κορμιά τ' απίστωμα παλικάρια ξαπλωμένα.* * *Η λαϊκή μούσα έκλαψε τον πρωτεργάτη της Άμυνας του Μεσολογγιού Θανάση Ραζηκότσικα με τον περιπαθή στίχο:Παιδιά μ΄, μας λείπει ο Κότσικας, μας λείπει ο αρχηγός μας

Η έξοδος του Μεσολογγίου

Η έξοδος του Μεσολογγίου

"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ

Με την έκρηξη της επανάστασης, μετά την Πελοπόννησο, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα είχε επαναστατήσει και είχαν απελευθερωθεί πολλές περιοχές. Μάλιστα οργανώθηκε και πολιτικά με τη "Γερουσία" στο Μεσολόγγι και τον "Άρειο Πάγο" στα Σάλωνα.Ο Σουλτάνος όμως αποφάσισε να αντιδράσει οργανωμένα με δυο στρατιές. Η δεύτερη με τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, στις 25 Οκτωβρίου 1822, το οποίο οι Τούρκοι πολιόρκησαν. Ύστερα από λίγες μέρες, στις 31 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην Ήπειρο. Μετά τη συμφωνία του Σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνδυάστηκε με επιχειρήσεις από τους Τούρκους στη Στερεά Ελλάδα, με κύριο στόχο το Μεσολόγγι. Της νέας εκστρατείας ηγείται και πάλι ο Κιουταχής που με πανίσχυρη στρατιά 35.000 ανδρών έφτασε στο Μεσολόγγι στα μέσα Απριλίου 1825. Είναι η δεύτερη και καθοριστική πολιορκία της πόλης που κατέληξε στην ηρωική έξοδο.1η Φάση της πολιορκίας: Από τον Απρίλιο ως το Δεκέμβριο του 1825 κράτησε η πρώτη φάση της πολιορκίας, και στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι έφτασαν σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από το τείχος. Μια ισχυρή επίθεση του Κιουταχή στις 21 Ιουλίου 1825 απέτυχε και τρεις μέρες αργότερα μια ελληνική νυκτερινή αντεπίθεση προκάλεσε σοβαρότατες απώλειες στο τουρκικό στρατόπεδο. Στο μεταξύ ελληνικά πλοία είχαν διασπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό και είχαν εφοδιάσει τους πολιορκουμένους με τροφές και πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Αυγούστου η άμυνα του Μεσολογγίου ενισχύθηκε με 1500 ακόμα άντρες. Μετά τις άκαρπες επιθέσεις του ο Κιουταχής αποσύρθηκε στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα βομβάρδιζε την πόλη, χωρίς όμως την ασφυκτική πίεση των πρώτων μηνών.2η Φάση της πολιορκίας: Το Δεκέμβριο του 1825 άρχιζε η δεύτερη φάση της πολιορκίας όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι με ισχυρή δύναμη (10.000 άνδρες), αποφασισμένος να το καταλάβει. Μετά την απόρριψη από τους πολιορκούμενους της πρότασής του για παράδοση, η πολιορκία έγινε στενότερη και από το Φεβρουάριο οι πολιορκούμενοι πιέζονταν από τις επιθέσεις των Αιγυπτίων και από την πείνα. Τα νησάκια της λιμνοθάλασσας, προπύργια του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού, εκτός από την Κλείσοβα, που η νίκη των Ελλήνων υπήρξε θριαμβευτική. Οι πολιορκούμενοι μάταια περίμεναν την ενίσχυσή τους από το Ναύπλιο, και η προσπάθεια του ελληνικού στόλου να λύσει την πολιορκία από τη θάλασσα αποδείχτηκε αδύνατη. Μόνη λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς χειροτέρευαν, απέμεινε η έξοδος.Το Μεσολόγγι το 1825 αποτελούσε σε μικρογραφία μια μικρή Ελλάδα, στην καρδιά της Ελλάδος, γιατί μέσα στην πόλη εκείνη δεν ήταν κλεισμένοι μόνο Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι, αλλά και αντιπρόσωποι όλων των ελληνικών πληθυσμών από τον Ισθμό και επάνω. Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας οι πολιορκούμενοι με συνεχείς αντεπιθέσεις αλλά και με συνεχή ανεφοδιασμό, έστω και δύσκολα, από τον ελληνικό στόλο υπέμειναν την πολιορκία. Η θέση των Ελλήνων χειροτέρεψε κατά την δεύτερη φάση της πολιορκίας. Είχαν κουραστεί από την εννεάμηνη πολιορκία και ιδίως από την έλλειψη τροφίμων. Η κατάσταση βέβαια ήταν περισσότερο τραγική για τους αρρώστους και τους πληγωμένους. Μολαταύτα η μαχητικότητά τους ήταν άκαμπτη και αμετακίνητη η απόφασή τους να νικήσουν ή να πεθάνουν, ιδιαίτερα των ντόπιων που έφθασαν στον ύψιστο βαθμό του ηρωισμού και της αυτοθυσίας. Μετά την κατάληψη του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του Πόρου (μόνο η Κλείσοβα έμενε ακόμα στους Έλληνες) οι πολιορκούμενοι απελπισμένοι και εξαντλημένοι από τη φοβερή πείνα και τις άλλες στερήσεις, μόνο από την άφιξη του στόλου περίμεναν σωτηρία.Από τα μέσα κιόλας Φεβρουαρίου η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε αρχίσει να γίνεται τραγική. Πολλές οικογένειες είχαν αρχίσει να στερούνται εντελώς τα τρόφιμα και αναγκάζονταν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες, ποντικούς. Αλλά και αυτά έλειψαν. Από τις 16 Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες εξασθένιζαν τους ρωμαλέους οργανισμούς των ανδρών της φρουράς και προκαλούσαν πολλούς θανάτους. Από τον Απρίλιο όμως τα ολιγάριθμα ελληνικά πλοία με ναύαρχο το Μιαούλη, απέτυχαν σε επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον αποκλεισμό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Στους πολιορκούμενους δεν έμενε άλλη λύση από την έξοδο.Για τους ασθενείς και πληγωμένους, αποφάσισαν να μεταφερθούν στα πιο οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Εκείνοι δέχτηκαν. "Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα, και ώρα σας καλή ! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο" είπαν και αποχαιρετίστηκαν πολιορκημένοι, απελπισμένοι πια, πήραν την οριστική απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων, και ειδοποίησαν σχετικά τους Έλληνες του στρατοπέδου της Δερβέκιστας να προσπαθήσουν να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, καθώς και τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ενώ η πρώτη απόφαση πραγματοποιήθηκε, τη δεύτερη απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Οι ασθενείς και τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στα πιο οχυρά σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας.Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου καταρτίστηκε το σχέδιο και το δειλινό άρχισαν όλοι να μαζεύονται στις προσδιορισμένες θέσεις. Κατά τις 6.30 ακούστηκε επάνω στο Ζυγό η ομοβροντία του ελληνικού επικουρικού σώματος, που είχε φθάσει από τη Δερβέστικα. Όταν νύχτωσε οι περισσότεροι της φρουράς είχαν βγει έξω από την πόλη και περίμεναν το σύνθημα του ξεκινήματος. Το σχέδιό τους όμως προδόθηκε και οι Τουρκοαιγύπτιοι άρχισαν να τους κτυπούν με πυκνά πυρά κανονιών και τουφεκιών. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν' όρμησαν οι άνδρες των δύο πρώτων σωμάτων με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά τους επάνω στις εχθρικές γραμμές. Καμιά δύναμη δεν ήταν ικανή να αναχαιτήσει το χείμαρρο εκείνο των απελπισμένων. Ο καθένας τους κοίταζε πως να ανατρέψει τα εμπόδια που βρίσκονταν μπροστά του και να περάσει. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα των γυναικοπαίδων η φωνή "οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!" και αποχωρίστηκαν μερικοί από τα δύο πρώτα σώματα. Η σύγκρουση ήταν φονικότατη. Οι Έλληνες ανατρέπουν όποιον βρουν μπροστά τους και προχωρούν αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Την πορεία τους συνόδευσαν δύο εκρήξεις από την πόλη. Η πρώτη από την έκρηξη των υπονόμων και η άλλη από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης με τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη. Οι Έλληνες είχαν απώλειες και από τους κρυμμένους στα διάφορα υψώματα και τις χαράδρες Αλβανούς. Μολαταύτα αντιμετώπιζαν με σταθερότητα τον αόρατο εχθρό.Είχε αρχίζει να γλυκοχαράζει η Κυριακή των Βαΐων, όταν η μάχη έπαψε. Εκεί επάνω μόνο, στην κορυφή του Ζυγού, μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο ελεύθερα. Από τους 3000 στρατιωτικούς που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο 1300 σώθηκαν. οι υπόλοιποι 1700 σκοτώθηκαν στις συμπλοκές της εξόδου. Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή τέσσερα. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων υπολογίστηκαν σε 5000. Τη ντροπή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου εξαγνίζει η θυσία μιας πόλης και των αγωνιστών της.Η θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς του και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής. Οι φλόγες του Μεσολογγίου θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

video

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Στο Πανηγύρι του Άη-Συμιού (Ετ3 ντοκυμαντερ)

http://www.dailymotion.com/video/x81gnp_yyy-yyyyyyyy-yyy-yyyyyyyy-yyyyy-2_travel

στον Αη Συμιο στο Μεσολογγι (Ετ1 ντοκυμαντερ)

http://www.dailymotion.com/video/x81cv1_1_travel

ΤΟ ΗΡΩΙΚΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ (λιγα λογια)



ΤΟ ΗΡΩΙΚΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Η πόλη του Μεσολογγίου είναι κτίσμα της εποχής της τουρκοκρατίας και η εξέλιξή της σε πόλη θα πρέπει να τοποθετηθεί στους τελευταίους αιώνες της τουρκικής κυριαρχίας. Στα τέλη του 16ου αι. αναφέρεται ως έρημη έκταση, που χρησιμοποιείτο ως ιχθυοτροφείο.
Από τον συνοικισμό λοιπόν των ψαράδων, που έμεναν εκεί, σχηματίστηκε στις αρχές ίσως του 17ου αι. ένα μικρό ναυτικό κέντρο το οποίο όμως μέσα σε λίγες δεκαετίες εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι. Στον 18ο αι. μάλιστα η εξέλιξη του Μεσολογγίου έγινε εντυπωσιακή: μεσολογγίτικα καράβια διασχίζουν όχι μόνο το Ιόνιο και τις ελληνικές θάλασσες, αλλά και τα νερά της ανατολικής και δυτικής Μεσογείου και του Ατλαντικού, μεταφέροντας εμπορεύματα και αναπτύσσοντας αξιοσημείωτη διαμετακομιστική δραστηριότητα, στο πλαίσιο του οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας και άλλων ευρωπαϊκών ναυτικών κρατών. Το 1726 ιδρύθηκε υποπροξενείο (της Βενετίας) στο Μεσολόγγι με πρώτο πρόξενο τον Νάξιο Σπυρίδωνα Μπαρότση. Στα χρόνια αυτά οι Μεσολογγίτες διαθέτουν πάνω από εβδομήντα πλοία, από τα οποία τα δύο τρίτα είχαν ναυπηγηθεί σε μεσολογγίτικα καρνάγια. Το 1746 έκθεση του Γάλλου προξένου της Άρτας κάνει λόγο για πλήρη κυριαρχία των εμπορικών πλοίων του Μεσολογγίου στις σκάλες του Ιονίου, όπου δεν μπορούν πια να τα συναγωνιστούν ούτε οι Γάλλοι, ούτε οι Νεαπολιτανοί, ούτε οι Σουηδοί.
Το 1761 αναφέρεται πάλι ότι η εμπορική δραστηριότητα των Μεσολογγιτών είχε σχεδόν αφανίσει από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης τη βενετική ναυτιλιακή σημασία.Τα ναυτιλιακά και εμπορικά ενδιαφέροντα δεν εμπόδισαν τους Μεσολογγίτες να παίρνουν μέρος και σε αντιτουρκικές εξεγέρσεις, στις οποίες διακινδύνευαν τον πλούτο και την ειρηνική ανάπτυξη της πατρίδας τους. Με την έκρηξη της επαναστάσεως του 1770 σχηματίστηκε στο Μεσολόγγι προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση με αρχηγό τον λόγιο Μεσολογγίτη Παναγιώτη Παλαμά. Οι συνέπειες ήταν φοβερές: στις 10 Απριλίου 1770 ο στόλος του Μεσολογγίου καταστρέφεται, η πόλη πυρπολείται και οι Μεσολογγίτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν στα Επτάνησα. Μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, οι κάτοικοι ξαναγυρίζουν στο Μεσολόγγι, το ανοικοδομούν και ξαναφτιάχνουν τον στόλο τους. Νέα δοκιμασία θα περάσει το μεσολογγίτικο εμπορικό ναυτικό στα χρόνια του Αλή πασά. Το 1806 δεν διαθέτει παρά μόνο 12 τρικάταρτα και 13 μικρότερα πλοία, ενώ το 1813 ο αριθμός αυτός μειώνεται ακόμη περισσότερο: μία μόνο «πολάκα» και 18 πλοία των 20 τόνων. Τον 18ο αι. σημειώνεται στο Μεσολόγγι αξιοσημείωτη πνευματική κίνηση, στην οποία πρωτοστατεί ο Παναγιώτης Παλαμάς (1722 - 1802), ο γιός του Γρηγόριος και το πλήθος των διδασκάλων και των μαθητών της περίφημης Παλαμαϊκής Σχολής της πόλεως.
Το 1819 ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος πέρασε από την Πάτρα στο Μεσολόγγι και εμύησε στη Φιλική Εταιρεία τους αρματολούς του Ζυγού και αρκετούς διακεκριμένους Μεσολογγίτες.
Στις 5 Μαΐου 1821 ο οπλαρχηγός της περιοχής Δημήτριος Μακρής κατέλαβε τη «σκάλα» του Μαυρομματιού και αιφνιδίασε τουρκικό απόσπασμα που μετέφερε χρήματα φορολογιών από τη Ναύπακτο προς την Κωνσταντινούπολη. Σε λίγες μέρες έφθασαν στο Μεσολόγγι οι άνδρες του Μακρή και ύστερα από συνεννόηση με τους προκρίτους της πόλεως (Παλαμά, Καψάλη, Τρικούπη, Ραζηκώτσικα, Γουλιμή, Δεληγιώργη, Στάικο κλπ.), κήρυξαν την επανάσταση και στη δυτική Ελλάδα. Οι Τούρκοι κινήθηκαν γρήγορα. Ύστερα από την καταστροφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στο Πέτα, 10.000 άνδρες με τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή επικεφαλής απέκλεισαν το Μεσολόγγι από την ξηρά, προσπαθώντας να εξουδετερώσουν έτσι το κυριότερο επαναστατικό κέντρο της δυτικής Ελλάδος, όπου στο μεταξύ είχε συγκροτηθεί και Γερουσία και όπου είχαν συγκεντρωθεί υπολογίσιμες δυνάμεις των επαναστατών (Μεσολογγίτες, Φιλέλληνες, Σουλιώτες) (1822). Η πολιορκία ήταν στενή και από την ξηρά και από τη θάλασσα, ύστερα από τον ναυτικό αποκλεισμό του Γιουσούφ πασά της Πάτρας. Οι πολιορκούμενοι έφθασαν σε κατάσταση απογνώσεως, αλλά κέρδισαν χρόνο με παρελκυστικές διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους, ΄Ώσπου στις 8 Νοεμβρίου εφτά υδραίικα πλοία διέσπασαν τον αποκλεισμό από τη θάλασσα, έφεραν ενισχύσεις και πολεμοφόδια και έδωσαν τη δυνατότητα στους Έλληνες να διακόψουν τις διαπραγματεύσεις και να εξακολουθήσουν τη άμυνα. Η πολιορκία εξακολούθησε, αλλά συνεχείς έξοδοι των πολιορκημένων, οι οποίες προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στους Οθωμανούς, οδήγησαν τους ηγέτες των πολιορκητών στην απόφαση να λύσουν την πολιορκία και να αποσυρθούν.

Πριν όμως πραγματοποιήσουν την απόφαση αυτή ενεργούν αιφνιδιαστική επίθεση τα ξημερώματα των Χριστουγέννων του 1822. Η επίθεση ωστόσο δεν πέτυχε, επειδή οι πολιορκούμενοι, που είχαν ειδοποιηθεί από τον Έλληνα ακόλουθο του Βρυώνη Γούναρη, είχαν προετοιμαστεί και απέκρουσαν τους πολιορκητές, γεγονός που υποχρέωσε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν εσπευσμένα τις θέσεις και να αποτραβηχτούν στην Πρέβεζα (31 Δεκεμβρίου 1822). Έτσι έληξε η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.
Στις 2 Ιανουαρίου 1823 φθάνει στο Μεσολόγγι ο λόρδος Βύρων, σκορπώντας ενθουσιασμό στους κατοίκους. Αμέσως ο Άγγλος φιλέλληνας συγκρότησε ένα σώμα από 500 Σουλιώτες.Στις αρχές Αυγούστου ο Μάρκος Μπότσαρης άφησε το ορμητήριό του στο Μεσολόγγι και χτύπησε τους Τούρκους στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου (5 Αυγούστου), τους νίκησε, αλλά ο ίδιος χτυπήθηκε στο μέτωπο και σκοτώθηκε. Η σωρός του μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι όπου και θάφτηκε με τιμές και με θλίψη για την απώλειά του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα η πόλη στερήθηκε ένα ακόμα ηγέτη της: το Πάσχα του 1824 (7 Απριλίου) πέθανε και ο λόρδος Βύρων από πνευμονία.

Οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, αφού πρώτα θρήνησαν την απώλεια του μεγάλου φιλέλληνα, ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν και τους Τούρκους, οι οποίοι, μετά την ήττα τους στο Κεφαλόβρυσο, είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται για νέα, συστηματικότερη πολιορκία του Μεσολογγίου. Μέσα στην πόλη είχε στο μεταξύ αρχίσει να λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 1824 το δημοσιογραφικό όργανο της επαναστατημένης Ελλάδος, τα τετράγλωσσα «Ελληνικά Χρονικά», που αποτελούν μια από τις αφετηρίες της ελλαδικής δημοσιογραφίας, με διευθυντή και συντάκτη τον Ελβετό φιλέλληνα Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ. Στις 15 Απριλίου 1825, έφθασαν και στρατοπέδευσαν μπροστά στο Μεσολόγγι 30.000 περίπου Τούρκοι μαχητές, με αρχηγό τον Κιουταχή Μεχμέτ (Ρεσίτ πασά). Μέσα στην πόλη βρίσκονταν 4.000 περίπου άνδρες (από τους οποίους οι χίλιοι σε προχωρημένη ηλικία) και 12.000 γυναικόπαιδα. Οι λεπτομέρειες της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου είναι γνωστές από τις ειδήσεις της εφημερίδας του Μάγερ, η οποία εκδιδόταν σχεδόν τακτικότατα ως τις 20 Φεβρουαρίου 1826, πενήντα δηλαδή μέρες πριν την Έξοδο. Η διακοπή των Ελληνικών Χρονικών έγινε όταν εχθρική βόμβα γκρέμισε το τυπογραφείο τους, οπότε όλο το προσωπικό πήρε πια θέσεις στους προμαχώνες.
Πριν αρχίσει τον βομβαρδισμό της πόλεως ο Κιουταχής πρότεινε με διαπραγματεύσεις παράδοσή της. Μετά την απόρριψη των τουρκικών προτάσεων, το Μεσολόγγι αποκλείστηκε και από τη θάλασσα από τον στόλο του Χοσρέφ και του Γιουσούφ πασά: ο τελευταίος μάλιστα κατόρθωσε να προσπελάσει και τη λιμνοθάλασσα. Οι πολιορκητές άρχισαν τις εφόδους, αλλά πολιορκούμενοι αμύνονταν με επιτυχία, επιδιορθώνοντας τους προμαχώνες και ενεργώντας αλλεπάλληλες εξόδους. Στις 3 Ιουλίου φθάνουν σαράντα ελληνικά πλοία με τον Μιαούλη και τον Σαχτούρη επικεφαλής. Ο ναυτικός αποκλεισμός του Μεσολογγίου λύνεται για ένα διάστημα, τρόφιμα και πολεμοφόδια φθάνουν στην πόλη και το ηθικό των πολιορκουμένων ανυψώνεται. Ο ελληνικός στόλος καταδιώκει τον τουρκικό ως τη Μάνη και ανακουφίζει το Μεσολόγγι από τον ναυτικό αποκλεισμό. Στο μεταξύ μπαίνουν στην πόλη (7 Αύγούστου) ενισχύσεις Σουλιωτών του Κίτσου Τζαβέλλα και πλαισιώνουν την αποδεκατισμένη φρουρά. Αλλά και οι πολιορκητές έχουν σοβαρές απώλειες. Ο Κιουταχής ωστόσο που σε περίπτωση αποτυχίας του απειλήθηκε από τον σουλτάνο με αποκεφαλισμό, συνεχίζει με πείσμα την πολιορκία. Η κατάσταση αλλάζει, όταν στα τέλη του 1825 καταφθάνει στο εχθρικό στρατόπεδο ο Ιμπραήμ με σοβαρές στρατιωτικές δυνάμεις (πάνω από 15.000 Αιγυπτίους).
Ο Χοσρέφ επαναλαμβάνει τον αποκλεισμό του, αλλά και ο Μιαούλης κατορθώνει άλλες δύο φορές να περάσει στο Μεσολόγγι όπλα και τρόφιμα. Η πίεση γίνεται πιο δυνατή ύστερα από την αποχώρηση του ελληνικού στόλου και τον συστηματικό κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου από το πυροβολικό του Ιμπραήμ (2.000 βόμβες το εικοσιτετράωρο). Στις 15 Φεβρουαρίου οι πολιορκητές ενεργούν δυο εφόδους, που καταλήγουν σε αποτυχία. Προκλήθηκαν όμως σοβαρές απώλειες και στις δυο πλευρές. Οι Τούρκοι κυριεύουν το Βασιλάδι, του οποίου οι κάτοικοι καταφεύγουν στο Μεσολόγγι, δημιουργώντας νέες δυσκολίες στο επισιτιστικό πρόβλημα της πόλεως. Ύστερα από μερικές άτυχες επιχειρήσεις των Οθωμανών εναντίον της Κλείσοβας, ο Ιμπραήμ προσπάθησε να εξαντλήσει τους πολιορκούμενους με αποκοπή όλων των οδών επικοινωνίας και εφοδιασμού. Ο Μιαούλης δεν κατορθώνει, παρά τις προσπάθειές του, να λύσει άλλη φορά τον αποκλεισμό και η φρουρά αναγκάστηκε να τρώει σκυλιά, γάτες και ποντίκια για να αποφύγει τον θάνατο από την πείνα. Οι φοβερές όμως συνθήκες της ζωής των κατοίκων (λιμός, αρρώστιες κλπ.) και νέα αποτυχία του Μιαούλη να πλησιάσει το Μεσολόγγι δημιούργησαν απελπιστική κατάσταση μεταξύ των πολιορκημένων, οι οποίοι δεν έβλεπαν πια άλλη λύση από την έξοδο.
Τη νύχτα λοιπόν της 10ης Απριλίου 1826 οργάνωσαν τις δυνάμεις τους σε τρία σώματα, με αρχηγούς τον Νότη Μπότσαρη, τον Δημήτριο Μακρή και τον Κίτσο Τζαβέλλα. Στο μέσο του τριγώνου, που θα σχημάτιζαν οι δυνάμεις αυτές, τοποθετήθηκαν τα γυναικόπαιδα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ανέλαβε να επιτεθεί από τις πλαγιές του Ζυγού, ώστε να δημιουργήσει περισπασμό στους πολιορκητές. Αλλά ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του. Από τη άλλη μεριά, ο Ιμπραήμ πληροφορήθηκε για τα σχέδια των πολιορκημένων από αυτόμολο Βούλγαρο. Έτσι, όταν άρχισε η Έξοδος και η τεράστια μάζα των Ελλήνων ξεκίνησε στις δυο μετά τα μεσάνυχτα με αρχηγό τον Μεσολογγίτη Αθανάσιο Ραζηκώτσικα, οι άνδρες του Ιμπραήμ και του Κιουταχή ήταν προετοιμασμένοι και οι ντάπιες που είχαν οριστεί για περάσματα των Μεσολογγιτών είχαν κλειστεί. Και ενώ η φρουρά αγωνιζόταν να ανοίξει δρόμο μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο, ακούστηκε, μέσα στην αναταραχή που είχε προκαλέσει ο αιφνιδιασμός του Ιμπραήμ, η κραυγή: «Πίσω, πίσω, Μεσολογγίτες, στα κανόνια σας». Ο άνισος αγώνας έγινε συντριπτικός για τους Έλληνες, που μέσα στη σύγχυση και στην αμηχανία έτρεχαν χωρίς τάξη άλλοι προς τα εμπρός και άλλοι προς τα πίσω. Η πρωτοπορία ωστόσο του σώματος της εξόδου προχώρησε, μέσα από τις τουρκικές τάξεις, και κατόρθωσε να περάσει αποδεκατισμένη, στις πλαγιές του Ζυγού και από εκεί στην Άμφισσα. όσοι έμειναν πίσω, αναγκάστηκαν να αγωνιστούν σε φονικές οδομαχίες. Μεταξύ εκείνων που έφυγαν (1.300 μαχητές και εκατό περίπου γυναικόπαιδα) ήταν ο Νότης Μπότσαρης, ο Δημήτριος Μακρής, ο Κίτσος Τζαβέλλας, ο Χρίστος Φωτομάρας. Στο πλήθος που γύρισε πίσω και σφάχτηκε μέσα στην πόλη βρίσκονταν ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ (ο εκκλησιαστικός ηγέτης των πολιορκημένων), ο Ιάκωβος Μάγερ, ο Μιχαήλ Κοκκίνης και όσοι ανατινάχτηκαν μαζί με τον Χρίστο Καψάλη στις ανατινάξεις των πυριτιδαποθηκών.

Υπολογίζουν ότι την ημέρα εκείνη - Κυριακή των Βαΐων - πυρπολήθηκαν 2.000 άνθρωποι, άλλοι 3.000 σκοτώθηκαν από τους Τούρκους και 1.000 περίπου αιχμαλωτίστηκαν
Η Εξοδος προκάλεσε ευνοϊκή επίδραση - παρά τα θύματά της - στην εξέλιξη του ελληνικού απελευθερωτικού πολέμου. Στη Γαλλία, στην Ελβετία, στη Γερμανία, στην Αγγλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες σημειώθηκαν αξιοσημείωτες εκδηλώσεις συμπάθειας και φιλελληνισμού: διαδηλώσεις εναντίον των Ευρωπαίων ηγεμόνων που είχαν εγκαταλείψει τους επαναστάτες, διακηρύξεις και εκκλήσεις για ενεργότερη συμμετοχή στα βάρη του πολέμου, ποιήματα, θεατρικά έργα, άρθρα και λόγοι, έρανοι και διπλωματικές ενέργειες.
Το Μεσολόγγι έμεινε στα χέρια των Τούρκων τρία χρόνια περίπου. Στις 2 Μαΐου η πόλη παραδόθηκε με συνθήκη στους Έλληνες και σύντομα ξανασυνοικίστηκε από τους παλιούς της κατοίκους και κατοίκους των γειτονικών χωριών.

Στίχοι τραγουδιών


keino t'asteri to labro 1. ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟΥ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ

Upload Music
Κάτω στο Βάλτο στα χωριά, Ξηρόμερο κι Άγραφα.
Γιε μ' , στα πέντε βιλαέτια, φάτε πιέτε, μωρ' αδέρφια.
Εκεί είν' οι κλέφτες οι πολλοί, όλοι ντυμένοι στο φλουρί. Κάθονται και τρων και πίνουν και την Άρτα φοβερίζουν. Πιάνουν και γράφουν μια γραφή, βρίζουν τα γένια του Κατή. Γράφουνε και στον Κομπότη, προσκυνούν και το δεσπότη. Αγάδες κάμετε καλά γιατί σας καίμε τα χωριά,
γρήγορα τα' αρματολίκι γιατ' ερχόμαστε σα λύκοι.

2. ΤΙ ΕΧΕΙΣ ΚΑΗΜΕΝΕ ΠΛΑΤΑΝΕ
--Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένο ς,
με τις ριζούλες στο νερό, με τη δροσιά στα φύλλα; --Παιδιά μ' , σαν με ρωτήσατε, να σας το μολογήσω.
Αλη , - Πασάς επέρασε με δεκαοχτώ χιλιάδες
κι όλοι στον ίσκιο μ' έκατσαν και κατ' απ' τη δροσιά μου κι όλοι σημάδι μ' έβαλαν κι όλοι με ντουφεκίσαν
άλλοι βαρούν στους κλώνους μου κι άλλοι βαρούν τα φύλλα κι ο σκύλος ο Αλή Πασάς βαρεί μες στη καρδιά μου μαράθηκαν τα φύλλα μου, μαράθηκε η καρδιά μου.

3. ΕΝΑΣ ΑΪΤΟΣ ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ
Ένας αητός περήφανος, ένας αητός λεβέντης,
από την περηφάνια του κι από τη λεβεντιά του,
δεν πάει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει,
μα μένει απάνω στα βουβά ψηλά στα κορφοβούνια.
Κι έριξε χιόνια στα βουνά και κρούσταλα στους κάμπους, εμάργωσαν τα νύχια του και πέσαν τα νερά του
κι αγνάντια βγήκε κι έκατσε σ' ένα ψηλό λιθάρι
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέει:
--Ήλιε, για δε βαρείς κι εδώ σε τούτη την αποσκιούρα,
να λιώσουνε τα κρούσταλα, να λιώσουνε τα χιόνια,
να γίνει μια άνοιξη καλή, να γίνει καλοκαίρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου να γιάνουν τα νερά μου
να 'ρθούνε τα' άλλα τα πουλιά και τα' άλλα μου τα' αδέρφια;

4. ΤΟΥ ΝΤΑΒΕΛΗ
Μας πήρ' η μέρα κι η αυγή, γεια σου Νταβέλη αρχιληστή, γιε μ' , το δόλιο μεσημέρι,
Κακαρέπη και Νταβέλη.
Και πού θα λημεριάσουμε, Νταβέλη θα μας πιάσουνε,
πού θα κάνουμε λημέρι, Κακαρέπη και Νταβέλη;
--Σε κείν' τη ράχη την ψηλή, γεια σου Νταβέλη αρχιληστή, γιε μ' , μπροστά στο Κρυφονέρι, κει θα κάνουμε λημέρι.

5. ΕΝΑΣ ΑΗΤΟΣ ΚΑΘΟΤΑΝΕ
Ένας αητός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε
και κοίταζε τα νύχια του, τα νυχοποδαράκια του. --Νύχια μου και νυχάκια μου κι ανυχοποδαράκια μου, την πέρδικα που πιάσατε, να μην τηνέ χαλάσετε, θέλω τη βάλω στο κλουβί να κελαηδεί κάθε πρωί

6 . Ο ΟΛΥΜΠΟΣ ΚΙ Ο ΚΙΣΑΒΟΣ
Ο Όλυμπος κι ο Κίσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν, το ποιο να ρίξει τη βροχή, το ποιο να ρίξει χιόνι. α Κίσαβος ρίχνει βροχή κι ο Όλυμπος το χιόνι. Γυρίζει ο γερό- Όλυμπος και λέγει του Κίσαβου: --Μη με μαλώνεις, Κίσαβε, μπρε τουρκοπατημένε, που σε πατάει η Κονιαριά κι οι Λαρσινοί αγάδες.
Εγώ είμ' ο γερό Όλυμπος στον κόσμο ξακουσμένος, 'έχω σαράντα δυο κορφές κι εξήντα δυο βρυσούλες, κάθε κορφή και φλάμπουρο κάθε κλαδί και κλέφτης.
Κι όταν το Παίρνει η άνοιξη κι ανοίγουν τα κλαδάκια, γεμίζουν τα βουνά κλεφτιά και τα λαγκάδια σκλάβους. Έχω και τον χρυσόν αετό, το χρυσοπλουμισμένο,
πάνω στην πέτρα κάθεται και με τον ήλιο λέγει: --Ήλιε μ' ,δεν κρους ταποταχύ, μον' κρους το μεσημέρι, να ζεσταθούν τα νύχια μου, να νυχοποδαρά μου.


Χαρακτηριστική η περίπτωση του μητροπολίτου Τρίκκης Διονυσίου, του επικαλουμένου "Σκυλοσόφου". Εκαμε δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις (1600 και 1611), προσχωρώντας μάλιστα και στον παπισμό, με αντάλλαγμα την υπόσχεση βοήθειας, που δεν ήλθε φυσικά ποτέ. Oι συνέπειες της άποτυχίας ήταν, για το λαό κυρίως, οδυνηρές, όπως φανερώνει το σχετικό δημοτικό τραγούδι:
"Δεσπότη μου, τί σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι και ρήμαξαν τα Γιάννενα και ρήμαξεν ο τόπος; Μείναν τα σπίτια αδειανά, γεμίσαν τα χανδάκια κι ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη. Εδώ αρπάζουν κόρακες κι εκεί oι Γιαουντζήδες. Δεν έχ' η μάννα πια παιδιά και τα παιδιά γονέους. Kι εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην ΙΙόλη, να τρων oι κότες πίτουρα, να νταβουλάν oι Γύφτοι, για να ξυπνάη η Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι..".
2. Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
Σάββατο μέρα πέρασαν από το Μεσολόγγι
την Κυριακή ήταν των Βαγιών, Σαββάτο του Λαζάρου
κι άκουσα μέσα κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια,
δεν έκλαιγαν τον σκοτωμό κι ούτε για τα κουφάρια,
μόν' έκλαιγαν για το ψωμί οπού 'λειψε τ' αλεύρι.
Κι ένας παπάς εχούγιαξεν από την εκκλησία.
--Παιδιά, μεγάλοι και μικροί., εδώ στον Αϊ Νικόλα,
την ύστερη μεταλαβιά ελάτε για να βρείτε.
Κι ο Μπότσαρης εχούγιαξεν από το μετερίζι:
--Ποιος είν ' άξιος και γρήγορος και άξιο παλικάρι,
να πάει με γράμμα στα νησιά, στην Ύδρα και τις Σπέτσες για να μας φέρουν ζαϊρέ να διώξουμε την πείνα,
να διώξουμε τα’ς Αράπηδες, το σκύλο το Μπραϊμη.
Πού πας, μωρέ Μπραϊμπασα, με τους παλιαραπάδες!
Εδώ το λένε Κάρελι, το λένε Μεσολόγγι,
όπου πολεμάν οι 'Έλληνες σαν άξια παλικάρια.
στις εκκλησιές μαζώχτηκαν, όλοι μικροί μεγάλοι
κι ένας στον άλλον έλεγε κι ένας στον άλλο λέει:
--Αδέρφια, τι θα κάνουμε στο χάλι που μας βρήκε; Δυο μήνες τώρα πέρασαν, που ο ζαϊρές εσώθει, φάγαμ' ακάθαρτα σκυλιά και γάτες και ποντίκια,
το Βασιλάδι έπεσε, τα Αντελικό εχάθει,
ήρθαν και τα καράβια μας και πάλι πίσω πάνε.
Θανάσης Κότσικας φώναξε, Θανάσης Κότσικας λέει:
--Αδέρφια ας πολεμήσουμε τους Τούρκους σα λιοντάρια και το γιουρούσ' ας κάνουμε για να διαβούμε πέρα. Μπροστά θα βγούνε οι γέροι στη μέση οι γυναίκες. Εγίνηκε το τσάκισμα μες στου Μακρή την ντάπια
και το γιοφύρι εχάλασαν και τα παιδιά τα πνίξαν. Αρρωστοι μέσα μείνανε μαζί με το Δεσπότη.
Φωτιά στο κάστρο βάλανε, κανένας δεν εσώθει.

3. ΜΙΣΟΛΟΓΓΙ
Να 'μουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τ' αψήλου,
ν' αγνάντευα τη Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι,
πως πολεμά με την Τουρκιά, με τέσσαρους πασάδες. Πέφτουν κανόνια στη στεριά και μπόμπες του πελάγου, πέφτουν τα λιανοντούφεκα σαν άμμος της θαλάσσης. Και ο Μακρής τους φώναξε και ο Μακρής φωνάζει:
--Παιδιά, βαστάτε τα' άρματα και τα βαριά ντουφέκια, και το μιντάτ' μας έρχεται στεριάς και του πελάγου.
Ο Καραϊσκάκης της στεριάς κ' Υδραίοι του πελάγου. Μήτε μιντάτι έφτασε μήτε βοήθεια φτάνει,
και οι κλεισμένοι ξώρμησαν με τα σπαθιά στα χέρια, κι οι Τούρκοι τους εσταύρωσαν και τους διαμοιράζουν. Πήραν κεφάλια αμέτρητα και ζωντανούς αμέτρους,
και λίγοι ξεγλυτώσανε πλέοντας μες στο αίμα.

4. ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ (Α')
Σαν πας πουλί μου στη Φραγκιά, σαν πας στην 'Αγια-Μαύρα χαιρέτα μας την κλεφτουριά κι αυτόν τον Κατσαντώνη
πες του να κάτσει φρόνιμα, σιγά, ταπεινωμένα
δεν είναι, ο περσινός καιρός να κάνει όπως θέλει
φέτος το πήρε ο γκέντσιαγας, το πήρε ο Βέλη-Γκέκας, ζητάει κεφάλια κλέφτικα, κεφάλια ξακουσμένα.
Κι ο Κατσαντώνης το μάθε και το σπαθί του ζώνει,
και παίρνει δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
χαμπέρι στέλνει στην Τουρκιά, σ' αυτόν το Βέλη-Γκέκα. Όπου θα τά βρει τα παιδιά, ας τά βρει κι ας τα πάρει Κι ο Βέλη-Γκέκας έτρωγε σ' ενού παπά το σπίτι.
Τρία κοράσια τον κερνούν, κ' οι τρεις ξανθομαλλούσες, η μια κερνάει με το γυαλί, η άλλη με το κρουστάλλι,
η Τρίτη η καλλίτερη με τ' ασημένιο τάσι.
Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν κι εκεί που λακριντίζαν, μαύρα μαντάτα του' ρθανε από τον Κατσαντώνη;
--Να βγεις Βελή μου, στ' Αγραφα, να βγεις ν' ανταμωθούτι Κι ο Βελη-Γκέκας τ' άκουσε πολύ του κακοφάνει,
στα γόνατα σηκώθηκε και το σπαθί του ζώνει.
--Πού είσαι τσαούση γλήγορε, μάσε τα παλικάρια
να πάμε να βαρέσουμε το σκύλο Κατσαντώνη.
Κι ο Κατσαντώνης πρόφτασε, κακό καρτέρι του' χε.
Κι ο Βελη-Γκέκας πάει μπροστά με έξι-εφτά νομάτους. --Πού πας, Βελή, ντερβέναγα, ριτσάλι του Βεζίρη;
--Σ' εσέν' Αντώνη κερατά, σ' εσένα παλιοκλέφτη.
--Δεν ειν' εδώ τα Γιάννινα δεν ειν' εδώ ραγιάδες,
για να τους ψένεις σαν τραγιά, σαν τα παχιά κριάρια, εδώ 'ναι λόγγοι και βουνά και κλέφτικα τουφέκια,
βαριά βροντούν, πικρά βαρούν, φαρμακερά πληγώνουν. Τρεις μπαταριές του ρίξανε, τη μια μεριά στην άλλη
η μια τον πήρε ξώδερμα η άλλη στο κεφάλι,
κ' η Τρίτη η φαρμακερή τον πήρε στην καρδιά του.
Το στόμα του αίμα γιόμισε, ταχείλη του φαρμάκι,
κι η γλώσσα τ' αηδονολαλεί, τα παλικάρια κράζει; --Πού είσαι, τσαούση ογλήγορε, έλα πάρ' τ' άρματά μου να μην τα πάρει η κλεφτουριά κι ο σκύλος Κατσαντώνης.

Β'
--Αντώνη μου, τι σκέφτεσαι, τι 'σαι συλλογισμένος; --Παιδιά μου, μη με βιάζετε και θα σας μολογήσω.
Εψές μου' ρθαν τα γράμματα ν' από το Γέρο-Δήμο. Απ' όξω λέει τ' απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα, μου πήραν τη γυναίκα μου, το μοναχό παιδί μου,
ο Βελή Γκέκας το σκυλί, ο άπιστος ο σκύλος. Πού' σαι, Γιωργάκη μ' αδερφέ, κι εσύ, Γερο-Βασίλη, μου πήραν τη γυναίκα μου, το μοναχό παιδί μου. Πιάσε και φκιάσε γράμματα σ' αυτόν το Γερο-Δήμο, και πες τ' «Αντώνης έρχεται»...

Γ'
Βαστάτε ,Τούρκοι, τ' άλογα, λίγου να ξανασάνω
να χαιρετίσω τα βουνά κι τις ψηλές ραχούλες,
να χαιρετίσω τις πλαγιές, τις δροσερές βρυσούλες. Και σεις Τζουμέρκα κι Αγραφα παλικαριών λημέρια, εγώ σας έχω μαρτυριά, εσείς να μολογάτε,
τους Τούρκους πως πολέμαγα κι πάντα τους νικούσα. Ν' αφήσω διάτα στα παιδιά, σ' αυτόν το Λεπενιώτη, φωτιά να βάλλει στ' Αγραφα, σ' αυτό το Μοναστήρι, να κάψει τον καλόγηρο που πρόδωσε εμένα.

Δ '
Έχετε γεια, ψηλά βουνά και δροσερές βρυσούλες
και σεις Τζουμέρκα κι Αγραφα, παλικαριών λημέρια. Αν δείτε τη γυναίκα μου, αν δείτε και το γιο μου, πέστε τους πως μ' έπιασαν με προδοσιά και απάτη. Αρρωστημένο μ' ήβρανε, ξαρμάτωτο στο στρώμα, σαν το μικρό στην κούνια του, στα σπάργανα δεμένο.

5. ΤΟΥ ΛΕΠΕΝΙΩΤΗ
Avτάριασαν νε τα βουνά, συννέφιασαν οι κάμποι.
Κι οι κλέφτες το καρτέρεσαν και το συχνορωτάνε.
--Πες μας, πες μας αστέρι μου κι ένα καλό χαμπέρι.
--Τι να σας πω μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω;
Το Λεπενιώτη βάρεσαν μες το δεξί το χέρι.
Δεν μπόρ' να βγάλει το σπαθί, ν' αδειάσει το τουφέκι. Ψιλή φωνίτσα έσυρε, όσο καν εδυνόταν.
--Το πού "σαι Τσόγκα μ' αδερφέ και συ Λάμπρο Σουλιώτη, γυρίστε να με πάρετε, πάρτε μου το κεφάλι,
να μην τα πάρει η Τουρκιά κι αυτός ο Νακοθέας.

Β'
Τάξτε, παιδιά μου, τάματα σ' όλα τα μοναστήρια
χiλια φλωριά έχω στον Μπουρσό και χiλια στην Τατάρνα. Στον Αγιο Δημήτριο πούνε στη Βαρετάδα
έχω μια πέρδικα χρυσή κι ένα ασημένιο τάσι,
να γιάνει το χεράκι μου και το δεξί το πόδι.

6. ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ
[Ανδρέας Ανδρίτσος ή Ανδρούτσος 1740-1797]

--Ανδρούτσο μ' πού ξεχείμασες το φετινό χειμώνα που' ταν τα χιόνια τα πoλλά. και τα βαριά χαλάζια; --Στην Πρέβεζα ξεχείμασα στ' αμπάρια απ' τα καράβια. --Ανδρούτσο μ' δεν φοβόσουνα σ' αυτόν εκεί τον τόπο; --Είχα συντρόφους διαλεχτούς, όλο Ξηρομερίτες πούχουνε μπέσα στην καρδιά και στην ψυχή χρυσάφι.

Β'
Τ' Αντρούτσ' η μάνα χαίρεται, τ' Αντρούτσου καμαρώνει, οπού' χει γιους αρματολούς και γιους καπεταναίους. --Αντρούτσου μ' , πού ξεχείμασες το φετινό χειμώνα
που ήταν τα χιόνια τα βαριά και τα πoλλά. χαλάζια; --Στην Πρέβεζα ξεχείμασα, στα φράγκικα καράβια,
κι είχα συντρόφους διαλεχτούς, ούλο καπεταναίους, Είχα το Μάρκο Μπότσαρη, το Λάμπρο τον Κατσώνη, είχα και δυο βλαχόπουλα, τα πρώτα παλικάρια.

7. ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΔΗΜΟΥ
(ο Σκυλοδήμος ανήκε σε αρματολική οικογένεια της Ακαρνανίας.)

.Ξύπνα πουλάκι μ' την αυγή κι ανέβα στο κλαράκι
και τίναξ' τις φτερούγες σου να πέσουν οι δροσούλες, λάλει, πουλάκι μ' την αυγή, καθώς λαλούν και τάλλα, τ' είναι σημάδι των κλεφτών, κακό και για τους κλέφτες.
Δουλειά δεν έχ' η κλεφτουριά κι αυτός ο Σκυλοδήμος εδείπνα κι ετραγούδαγε στα έλατ' από κάτω
με την Ειρήνη στο πλευρό, με την παπαδοπούλα.
--Κέρνα μ' Ειρήνη μ', κέρνα με ,κέρνα μ' όσο να φέξει και το πουρνό σε προβοδώ με δέκα παλικάρια.
--Δήμο, δεν είμαι δούλα σου κρασί να σε κερνάω,
εγώ είμαι κόρη προεστού κι από τους Παπαδαίους.
Αυτού προς τα χαράματα φάνηκαν δυο διαβάτες.
--Δήμο μου, καλημέρα σου.
--Καλώς τους τους διαβάτες.
--Διαβάτες που το ξέρετε πως ει' ο Σκυλοδήμος; --Φέρνουμε χαιρετίσματα από τον αδερφό σου,
στα Γιάννινα τον είδαμε, στη φυλακή κλεισμένο,
κ' είχε στα χέρια σίδερα, και κλάπες στα ποδάρια,
Κι ο Δήμος μόλις τάκουσε άρπαξε το τουφέκι
και κλαίγοντας ξεκίνησε στα Γιάννινα να πάγει,
--Πού πας, πού τρέχεις , μπρ' αδερφέ, που τρέχεις καπετάνιε; Ο αδερφός σου είμ' εγώ κι έλα να φιληθoύμε
τα σίδερα πριόνισα και ρίχτηκα στη λίμνη
δυο μερovύχτια στάθηκα κρυμμένος στα καλάμια
κι αντιπροψές με πέρασαν νησιώτες στην Καστρίτσα,

8. ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
Θρήνος μεγάλος γένεται μέσα στο Μεσολόγγι
το Μάρκο παν στην εκκλησιά το Μάρκο παν στον τάφο
'ξήντα παπάδες παν μπροστά και δέκα δεσποτάδες
κι από μεργιά Σουλιώτισσες τόνε μοιργιολογάνε
κι ο γερο-Νότης κάθονταν στου Μάρκου το κεφάλι κι όλο του Μάρκου ν' έλεγε κι όλο του Μάρκου λέει; --Για σήκω απάνω Μάρκο μου, και μη βαριοκοιμάσαι
Κι αν' ο Βάλτος επροσκύνησε κι όλο το Ξηρομέρι
το Μεσολόγγι απόμεινε δε θε να προσκυνήσει
στεριάς το δέρνει ο Κιουταχής κι Αράπης του πελάγου πέφτουν τα τόπια σα βροχή κι οι μπόμπες σα χαλάζι
κι αυτά τα λιανοντούφεκα σαν άμμος της θαλάσσης
Κι ο Μάρκος αποκρίθηκε μ' όσο κι αν η μπορούσε;
--Δε μπορ' ο μαύρος να σταθώ, να σηκωθώ να κάτσω γιατ' έχω βόλι στην καρδιά.

Γ. ΤΣΟΓΚΑΣ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ (1821)
Σ' όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ' όλον τον κόσμο ήλιος, και στο Βραχώρι το πικρό μαύρος καπνός κι αντάρα.
Καπεταναίοι το 'καιγαν, Τσόγκας κι Αλεξάκης.
Μια Μπεγιοπούλα φώναξε από ψηλό σαράγι.
--Τι κάνετε, μπρε Χριστιανοί! Δεν είστε βαφτισμένοι; Εμείς αντάμα ζήσαμε, τρανέψαμε αντάμα,
γιατί τώρα μας καίγετε, μας χύνετε το αίμα! Τέτοια παράπονα πικρά τις φλόγες δεν τις σβήνουν, τα γυναικόπαιδα έπεσαν στων ανταρτών τα χέρια.

9. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ
Θέλετε δέντρα ανθίσετε, θέλετε μαραθείτε,
στον ίσκιο σας δεν κάθομαι μήτε και στη δροσιά σας. Μόν' καρτερώ την άνοιξη, τ' όμορφο καλοκαίρι,
ν' ανοίξ' ο γαύρος κι γιοξιά, να πιάσουν τα λημέρια, να ζώσω το σπαθάκι μου, να πάρω το τουφέκι
να βγω στης Γούρας τα βουνά, στα κλέφτικα λιμέρια, για να σφυρίξω κλέφτικα το γω κατακαημένα,
να μάσω τα μπουλούκια μου ,που είναι σκορπισμένα

10. ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ
Ένα πουλί αναστέναξε μες στον Αγιο-Νικόλα,
κι μαραθήκαν τα κλαδιά, όλα τα περιβόλια.
Στους κάμπους οπ' ακούστηκε, μαράθηκαν τα χόρτα.
Τ' άκουσαν και δυο Έλληνες, δυο Ανατολικιώτες.
-- Τ' έχεις πουλάκι μου και κλαις στον ήλιο και μαδιέσαι; --Αντί πρoχτές εδιάβαινα από το Καρπενήσι.
Ήκουσα να συνομιλούν στου Σκόντρα το τσαντίρι,
κι λέγανε στο σύμβουλι το κάτω το χαμπέρι.
Ο Μάρκος εσκοτώθηκεν, μα έσφαξε Χιλίους,
Ο Σκόντρας όταν το 'μαθε, πολύ του κακοφάνει,
ευθύς τον άτι ζήτησε, να το καβαλικέψει.
--Αιντε να πάμε ασκέρι μου στο έρημο Βραχώρι. Εβγήκαν και ξεπέζεψαν μες στης Γουριάς τον κάμπο, εστήσαν τα τσαντίρια των, εδέσαν τ ' άλογά των,
κι ήρθανε, για να πολεμούν τους Ανατολικιώτες, Σκοτώθει κι ένας μπιμπασής, ο πρώτος σερασκέρης.
Κι ο Σκόντρας όταν το 'μαθε, πολύ του κακοφάνει,
τον Τσέλαδι-μπέη έκραξε, κρυφά τον κουβεντιάζει,
να δώσει λόγο στο Μωριά, στης Πάτρας το καστέλι,
να βγάλουν τόπια τρομερά και μπόμπες τρομασμένες,
να πάρουν τ' Ανατολικό κι αυτό το Μεσολόγγι.
Ομέρ πασάς εφώναξε από τον Αι Θανάση.
-- Τι λες αυτού μπρε Σκόντρα μου και συ παλιοχαίντούτη;

Εδώ δεν ειν' το Βίδινι ουδέ το σερασκέρι,
εδώ το 'λέγoυν Κάρελι, έχει καπεταναίους,
είν' ο Μακρής απ' το Ζυγό κι ο Τσόγκας από πέρα, είναι κι ο Κώστας Μπότσαρης ο αδερφός του Μάρκου, όταν εβγάλουν το σπαθί σηκώσουν το τουφέκι, μπροστά Τούρκος δε φαίνεται.


11. Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΛΙΑΚΑΤΑΣ
Α'
Χρυσός αϊτός τριγύριζε όξ' απ το Μισολόγγι,
ρωτά στην τάπια του Μακρή ,στην τάπια του Δεσπότη, --Μην είδατε το Λιακατά τον καπετάν Γρηγόρη;
--Σύρε πουλί μ' στ' Αντελικό και κοίταξε τριγύρου,
κι αγνάντεψε προς το Ντολμά, κι αντίκρυ από τον Πόρο, εκεί να δεις άσπρα κορμιά και κόκαλα στον άμμο,
κι αν ημπορέσεις διάλεξε τον καπετάν Γρηγόρη,.

Β'
Τρεις σταυραετοί ροβόλαγαν-Γρηγόρη Λιακατά­
απ' τα' Αγραφα σταλμένοι.
Ό ένας πάει στ' Αντελικό, κι άλλος στο Βασιλάδι,
ο τρίτος ο καλλίτερος, πάει στο Μεσολόγγι.
Όλες τις ντάπιες γύρισε, κι όλα τα μετερίζια
κι αποσταμένος στάθηκε στου Μπότσαρη την τάπια. Σαν το 'δε ο Τσόγκας στέκεται και το γλυκορωτάει. -- Τ' έχεις πουλί περήφανο και στέκεις λουφιασμένο; --Δυο μέρες τώρα περπατώ, το Λιακατά για να 'βρω και μου' πανε πως βρίσκεται, σε τούτο κάστρο μέσα. --Δεν είν' εδώ, πουλάκι μου, δεν είν' εδώ, πουλί μου, εψές, προψές μας ήρθανε, τα θλιβερά μαντάτα.

Γ' (1825)
Με γέλασε η χαραυγή, με γέλασε η πούλια,
κι επήγα απάνου στο βουνό ψηλά στο κορφοβούνι,
κι εκεί άκουσα μια πέρδικα, που γλυκοκελαηδούσε,
κι εκαταριώνταν τα βουνά μ' ανθρώπινη λαλίτσα. --Εσείς βουνά του κερατά, βουνά τ' Ασπροποτάμου, την κλεφτουριά τι εκάματε, τον καπετάν Γρηγόρη;
--ο Νικολός τον γέλασε, ο Νικολός Στουρνάρης. Αιντε, Γληγόρ', να φύγουμε, στο Μεσολόγγι ας πάμε, να γίνουμε χιλίαρχοι και να μας κάνουν πρώτους.
Ο Μήτρος έγραψε γραφή κι έστειλε του Γληγόρη: --Γληγόρη, τι ζουρλάθηκες, σου πήρ' ο Θιος τη γνώση,
κι αφήκες τα λημέρια μας, το πατρικό σου σπίτι;
-- Τι να σου κάνω, μπρε αδερφέ, τι να σου κάμω, Μήτρο, βόλι πικρό μου βάρεσε το δέξιο μου το μάτι,
κι αν κάμει ο Θιός κι γιατρευτώ κι η Παναγιά να γιάνω θα πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια.

Δ
Με γέλασε ο Αυγερινός, με γέλασε η πούλια,
κι εβγήκ' απάνου στο βουνό προτού να καλοφέξει, εκεί σε πέτρ' ακούμπησα να πάρ' ολίγον ύπνο,
κι εκεί άκουσα τρεις πέρδικες, οπού εκελαηδούσαν,
κι εκαταριώνταν τα βουνά μ' ανθρώπινη λαλίτσα. --Εσείς, βουνά του κερατά, βουνά τ' Ασπροποτάμου, τους κλέφτες τι τους κάνατε, τον καπετάν Γληγόρη; --Αυτός πήγε κι κλείσθηκε στο δόλιο Μεσολόγγι.
Μας είπαν πως λαβώθηκε στο δεξιό το μάτι,
και λέν' πως δε θα ξαναρθεί, δε θα τον ξαναδούμε. Για κλάψτε δέντρα και κλαριά και σεις, κοντοραχούλες, και σεις, βουνά κλεφτοβουνά, με τις κρυοβρυσούλες, τι εχάσατε την κλεφτουριά, τον καπετάν Γληγόρη.

Ε '(1826)
Εψές κατά το δειλινό, εψές κατά το βράδυ,
τρεις λυγερές το λέγανε κι επικροτραγουδούσαν.
Η μια ήταν η Στουρνάραινα, του Μάρκου Μπότσαρ' η άλλη κι η τρίτην η μικρότερη του καπετάν Γληγόρη.
Εκεί που μοιρολόγαε κι ομορφοτραγουδούσε,
πουλάκι επήγε κι έκατσε εκεί στα γόνατά της.
--Πες μας, πες μας, πουλάκι μου, κάνα καλό χαμπέρι.
-- Τι να σου ειπώ, κυρούλα μου, τι να σου μολογήσω;
Εψές προψές που διάβαινα στο έρμο Μεσολόγγι,
άκουσα πως βαρέθηκε ο καπετάν Γληγόρης.
Τον κλαιν τα δέντρα, τα κλαριά, τον κλαιν κι οι κρύες βρύσες. Τον κλαιν και στα Κούτσανα οι καπετανοπούλες.

ΣΤ (1826)
Ψηλά απ' τον Ασπροπόταμο πετάει στο Μεσολόγγι, γεράκι με δυο γράμματα από τους Λιακαταίους. Γυρίζ' εδώ, γυρίζ' εκεί, γυρίζ' όλη τη χώρα.
--Μην είδατε το Λιακατά, τον καπετάν Γληγόρη; --Πουλί μ', αυτός δεν είν' εδώ, εδώ μην τον γυρεύεις, πέτα προς τα' Ανατολικό και πέρασε στον Πόρο,
κι εκεί θα βρεις πολλά κορμιά σφαγμένα, σκοτωμένα, κι όποιο να ιδείς λεβέντικο και ξανθομουστακάτο, εκείνο είναι το κορμί του καπετάν Γληγόρ

ΤΟΥ θΟΔΩΡΑΚΗ ΓΡΙΒΑ (όπως ο Όλυμπος κι ο Κίσαβος)
Τι είν' το κακό που γίνεται κι η ταραχή η μεγάλη,
στη μέση στο Ξηρόμερο, στην Κατοχή στη χώρα;
Το δράκο Γρίβα κλείσανε, πέντ' έξι β1λαέτια.
Ήρθ' ο Μακρής απ' το Ζυγό κι ο Τσόγκας απ' το Βάλτο κι ο Πεσιλής απ' τ' Αγραφα κι ο καπετάν Σουλιώτης. 'Κι ο Βλαχοτσόγκας φώναξε, σ' όλη την παρέα
--Βάλτε φωτιά και κάψετε του Γουλιμή τα σπίτια.
Ο Γρίβας τότε φώναξε 'πό μέσα από την κούλια.
-- Τι λες αυτού παλιόβλαχε, μωρέ παλιογουρνάρη;
Μη λες πως είναι πρόβατα, μη λες πως είναι γίδια;
Εμέ με λένε Θοδωρή, με λένε Θοδωράκη.
Έβγα με δέκα τέσσερους κι εγώ με τον Αράπη.
Και θα σε κάψω ζωντανό με το πολύ τ' ασκέρι.
Και στη φωτιά τον βάλανε από το μεσημέρι,
κι ο ήλιος εβασίλεψε και το φεγγάρι βγήκε,
κι ο καθαρός αυγερινός πάει να βασιλέψει.

ΕΤΕΡΟ
Μας ήρθε η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
μας ήρθε κι ο χεινόπωρος πικρός φαρμακωμέvος.
Μας ήρθε ο Φράγκος βασιλιάς, μας ήρθε Βαυαρέζος. Παίρνει και γράφει διαταγές σ' όλα τα β1λαέτια, γράφει και μια ξεχωριστή' του Θοδωράκη Γρίβα. --Γρίβα μ', σε θέλει ο βασιλιάς, σε θέλει ο Βαυαρέζος. -- Το τι με θέλει ο κερατάς, το τι με θέλει ο Φράγκος; Εάν με θέλει για καλό, να πάω με τ' άλογό μου,
κι αν με θέλει για κακό, να πάρω τ' άρματά μου. Σαν κίνησε να πάγαινε, σαν κίνησε να πάει,
σαν αστακό ς λυγιότανε, σαν κυπαρίσσι σειέται.
--Γεια σου, χαρά σου βασιλιά.
--Καλώς το Γρίβα που 'ρθε. --Γρίβα μου, τι παλάβωσες κι έχασες το μυαλό σου; Θα σε τιμωρήσω αυστηρά, για να ησυχάσω.

12. ΤΡΕΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ
Τρεις στρατηγοί ξεκίνησαν να παν στο Μισολόγγι. Ήρθ' ο Μακρής απ' το Ζυγό κι ο Ίσκος απ' το Βάλτο, ήρθε κι ο Μάρκο Μπότσαρης από τη Λακασούλη απόφαση να πάρουνε.

13. Ο ΑΡΗΦΑΓΑΣ
Στις δεκαπέντε του Μαγιού π' ανθίζει το λουλούδι,
γι' αφουγκραστείτε να σας πω τ' Αρήφαγα τραγούδι.
α Αρήφαγας ήταν παιδί, ήταν και παλικάρι,
μ' όλους τους Τούρκους τα 'βαζε στη μέση στο παζάρι. Σήμερα βάλανε βουλή τριακόσιοι γενιτσάροι,
να πιάσουν τον Αρηφαγά, της Κρήτης το λιοντάρι.
Κι η μάνα του σαν τ 'άκουσε πολύ της κακοφάνει, χωρίς μαντίλι, φερετζέ και στο Βεζίρη πάει.
--Αφέντη μου Βεζίρη μου, το γιο μου μη χαλάσεις,
κι όλο βενετικά φλουριά να μου τόνε ζυγιάσεις,
--Σύρε, μανούλα μ' , στο καλό μη σε γελάν οι Τούρκοι, ο γιος σου δε χαρίζεται ούτε και πίσω' ρχέται.

14. Η ΛΑΦΙΝΑ
Κλάψε με, μάνα μ', κλάψε με τη νύχτα με φεγγάρι και την αυγούλα με δροσιά ώσπου να δύσει ο ήλιος, να βγουν τα 'λάφια στις βοσκές κι όλες οι λαφίνες. Και μια λαφίνα ταπεινή δεν πάει κοντά με τα' άλλες, όλο τ' απόσκια περπατεί και τα ζερβά γυρίζει
κι όπ' έβρει γάργαρο νερό, θολώνει και το πίνει.
Κι ο ήλιος την αγνάvτεψε από ξερό κλαράκι: --Μωρή λαφίνα, ταπεινή δεν πας κοντά με τ' άλλα, μόνο τ' απόσκια περπατάς κι αντίζερβα κοιμάσαι; --Εγώ 'λεΊα ηλάκι μου, πως δε θα με ρωτήσεις,
μα τώρα που με ρώτησες, να σου τ' ομολογήσω. Το ντέρτι μου, το πάθι μου, κανείς να μην το πάθει, μηδέ Τούρκος μηδέ Ρωμιός μηδέ καραβοκύρης. Δώδεκα χρόνους έκανα στέρφα χωρίς μοσχάρι
κι αυτού στους δεκατέσσερους βγήκα με το μοσχάρι. Για μένα βγήκε ο κυνηγός με το πικρό τουφέκι,
κι έριξε και μου σκότωσε το μοναχό μοσχάρι.
Κι εγώ τα' απόσκια περπατώ, αντίζερβα κοιμούμαι κι αν εύρο γάργαρο νερό, θολώνω και το πίνω. Ανάθεμά σε κυνηγέ και συ και τα καλά σου,
συ έκανες κι ορφάνεψα από παιδί κι απ' άντρα.

15. ΤΟΥ ΔΡΟΣΟΥ
Ποιος είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο, μεγάλο,
να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις κοντοραχούλες.
Η Λιάκουρα της Λιβαδειάς κι η Γκιόνα των Σαλώνων
και τα Βαρδούσια τα ψηλά, πόχουν τις καταβόθρες. Κατάστρεψαν την κλεφτουριά, τους δόλιους Ανδρουτσαίους, το Δρόσο τον περήφανο, τον πολυξακουσμένο
πόχει τις πέντε αδερφές, τις πολυξακουσμένες.
Η μια τον κλαίει την αυγή κι άλλη το μεσημέρι
κοντά το γλυκοχάραμα, τον κλαιν, κι οι πέντε αντάμα.

16. ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ Η ΜΑΝΑ
Του Κίτσιου η μάνα κάθονταν στην άκρη στο ποτάμι, με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.
--Ποτάμι μ', για λιγόστεψε, ποτάμι μ' , γύρνα πίσω, για να περάσω αντiπερα, πέρα στα κλεφτοχώρια, πόχουν οι κλέφτες σύναξη, κι όλοι οι καπεταναίοι πόχουν αρνιά και ψένουνε, κριάρια σουβλισμένα, πόχουν κι ένα γλυκό κρασί, οπού γλεντούν και πίνουν. Τον Κίτσο τον επιάσανε, πάνε να τον κρεμάσουν. Χίλιοι τον παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω
κι ολοξοπίσω πήγαινε η μαύρη του η μανούλα. Μοιρολογούσε κι έλεγε, μοιρολογεί και λέει;
--Κίτσο, που είναι τ' άρματα, τα έρημα τσαπράζια; --Μάνα λωλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμυαλισμένη
δεν κλαις τα μαύρα νιάτα μου και την παλικαριά μου μόν' κλαις τα ' ρημα τ' άρματα, τα έρημα τσαπράζια.

17. ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ
Χαριτωμένη συντροφιά μου λέει να τραγουδήσω.
Κι εγώ τους λέω-δε μπορώ - κι αυτή μου λέει -τραγούδα για πάρτε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω
και φέρτε μου παλιό κρασί, να πιω για να μεθύσω,
να ειπώ τραγούδια θλιβερά, τραγούδια των κλεφτώνε.

18. Ο ΓΙΑΝΝΟΣ
Για σήκω απάνω, Γιάννο μου, και μη βαριά κοιμάσαι, βρέχει ο Θεός και βρέχεσαι, χιονίζει θα κρυώσεις.
Θα σου βραχούνε τα' άρματα και τα χρυσά κουμπιά σου και τα' ασημένιο το σπαθί, το πλουμιστό τουφέκι.

19. ΟΙ ΝΤΕΡΤΙΛΗΔΕΣ
Καλώς ανταμωθήκαμε εμείς οι ντερτιλήδες
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας. Τούτο το χρόνο τον καλό, τον άλλo ποιος το ξέρει για ζούμε, για πεθαίνουμε, για σ' άλλο κόσμο πάμε. Πάλι καλές αντάμωσες, πάλι ν' ανταμωθούμε
στον Αι- Λιά στον πλάτανο, που 'ναι μια κρύα βρύση, πόχουν αρνιά που ψένονται, κριάρια σουβλισμένα, πόχουν κι ένα γλυκό κρασί όπου κερνούν και πίνουν-.

Ή οπούχουν και γλυκό κρασί από το μοναστήρι
κι έχουν την Γκόλφω στο πλευρό και τους κερνάει και πίνουν κι ο καπετάνιος τους μιλάει κι ο καπετάνιος λέει:
--Για φάτε πιέτε, βρε παιδιά, χαρείτε να χαρούμε
τούτο το χρόνο τον καλό, τον άλλο ποιος τον ξέρει
για ζούμε, για πεθαίνουμε, για σ' άλλον κόσμο πάμε.

20. ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ - ΤΣΕΛΙΟΥ
Πικρά λαλούνε τα πουλιά, πικρά τα χελιδόνια,
πικρά λαλεί μια πέρδικα μέσ' από τη φωλιά της. --Βουνά μου, τ' Ασπροπόταμου, βουνά του Ξηρομέρου, τα χιόνια να μην λιώσετε, ώσπου ναρθούν και τ' άλλα, γιατί ειν' ο Τσέλιος άρρωστος, βαριά για να πεθάνει. Τον κλαίει η μέρα κι αυγή κι όλα τα παλικάρια
και τους γιατρούς εκκάλεσε να τον επισκεφτούνε.
Και 'νας γιατρός βασιλικός, που τον γιατροκομούσε, με ραγισμένη τη μιλιά, βαρύθυμα του κρένει:
--Τσέλιο μ', δεν είσαι για ζωή, για τον απάνω κόσμο, παρά είσαι για τη μαύρη γης, τ' αραχνιασμένο χώμα.

21. Ο ΓΕΡΟ-ΔΗΜΟΣ
Εγέρασα μωρές παιδιά, πενήντα χρόνους κλέφτης,
τον ύπνο δεν εχόρτασα και τώρα αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ, εστέρεψε η καρδιά μου, βρύση το αίμα το 'χυσα σταλαματιά δε μένει.
Ποιος ξέρει από το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει κι αν ξεφυτρώσει πλάτανο ς στον ίσκιο του από κάτω, θα 'ρχονται τα κλεφτόπουλα τα' άρματα να κρεμάνε, να πλένουν τις λαβωματιές το Δήμο να σχωρνάνε.
Ο γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει.

22. ΣΤΗ ΜΕΣΗΣ ΣΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ
Στη μέση στα Καλάβρυτα, στον πλάτανο από κάτω, καθόντανε τρεις γέροντες και τρεις καπεταναίοι. Ζαΐμης και Πετιμεζάς και ο Κολοκοτρώνης, συμβούλιο εκάνανε να κάψουνε την Πάτρα. Ζαΐμης δεν υπέγραφε, Πετιμεζάς του λέει --Υπόγραψε, Ζαΐμη μου.

23. Ο ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
Ανάρια ανάρια τα 'ριχναν οι κλέφτες τα τουφέκια,
γιατί είν' οι μαύροι λιγοστοί, γιατ' είν' οι μαύροι λίγοι, καν δεκαεφτά καν δεκαοχrώ καν είκοσι νομάτοι.
Κι ουδέ κι ο Γιώργος είν' εδώ, πήγε στο μοναστήρι, Εκεί βαφτίζ' ένα παιδί, νάχει κι αυτός κουμπάρο,
να κάμ' ο μαύρος γύρισμα και φίλο να γυρίζει.
Τα παλικάρια τ' απ' εδώ φώναξαν κι απ' εκείθε: --Αφσε, Γιωργάκη μ', το παιδί κι άρπαξε το τουφέκι,
η παγανιά μας πλάκωσε, πεζούρα και καβάλα. --Βαστάτ', ο Γιώργης φώναξε, με το σπαθί στο χέρι, τον τόπο πιάστε δυνατά, πιάστε τα μετερίζια.
Κι αν κάμ' ο Θιός κι η Παναγιά να κάμουμε γιουρούσι, Τον Μητσομπόνο ζωντανό, κοιτάξετε να πιάσετε.

24. ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
Τι καπετάνιος είσαι συ, δε ρίχνεις δυο τουφέκια,
να συναχθεί τ' ασκέρι σου, να ιδούμε ποιος μας λείπει; Μας λεiπ' ο Διάκος από χτες και πάει στην Αλαμάνα, οι Τούρκοι μας τον έπιασαν και παν να τον κρεμάσουν. Χίλιοι τον πάν' από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω
κι ο Διάκος τους σκυλόβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.

25. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ
Βγήκα ψηλά στον Όλυμπο κι αγνάντεψα τριγύρω, τριγύρω γύρω θάλασσα κι από στεριά Αρβανίτες,
κι από μεριά κλεφτόπουλα , με τα σπαθιά στα χέρια Ομπρός να πάω σκιάζομαι, πίσω να πάω φοβάμαι και πάλι πίσω γύρισα στα κλέφτικα λημέρια.
Βρίσκω λημέρια έρημα, χωριά χορταριασμένα,
με πήρε το παράπονο και κάθομαι και κλαίω.
Ψιλή φωνίτσα έσυρα, όσο κι αν ημπορούσα. --Πούστε καημένη συντροφιά, καημένα παλικάρια;
Το τι να γίν' ο Αλεξανδρής κι ο ψυχογιός ο Γιώργος; Ο Γιώργος τότε μ' έκρινε από ψηλή ραχούλα. --Αλεξανδρής δεν είν' εδώ, πήγε στην Ελασσόνα,
κι εγώ με ταλλα τα παιδιά τον πόλεμο κρατούμε.

Τραγούδια

Οπλισμός των Ελλήνων κατά την επανάσταση

οπλισμός των Ελλήνων κατά την επανάσταση



Η σύνδεση του Έλληνα με τα όπλα έχει βαθιές ρίζες, όπως έχει επισημανθεί. Από τους προεπαναστατικούς χρόνους, αρχές του 19ου αιώνα, τα όπλα της ηπειρωτικής Ελλάδας προέρχονταν κυρίως από την Ανατολή. Αντίθετα οι νησιώτες προμηθεύονταν όπλα, τρομπάνια και πιστόλες από την αγορά της Ευρώπης και συγκεκριμένα από τη Μασσαλία, Ιταλία, Αγγλία και Ισπανία.Την προεπαναστατική περίοδο υπάρχει ποικιλία οπλισμού. Το κυρίαρχο όπλο όμως που δεσπόζει στον ελλαδικό χώρο και κράτησε στα χέρια του ο Έλληνας μέχρι την απελευθέρωσή του ήταν το «καριοφίλι». Η ονομασία του προέρχεται κατά μία εκδοχή από το φυτό καρυόφυλλον που σκαλιζόταν στη μια πλευρά της κάνης. ʼλλη εκδοχή είναι το οπλοποιείο της Βενετίας Carlo e figli (Καρόλου και υιών), όπου κατασκευάζονταν πολλά καριοφίλια και ίσως να είναι η πιθανότερη. Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, λειόκανο και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθο (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδοτήσεώς τους προέρχονταν κυρίως από την Ιταλία.

Εκτός από το καριοφίλι οι κλέφτες και αρματολοί έφεραν επιπρόσθετα οπλισμό 1 ή 2 πιστόλες και επιπλέον μαχαίρα, γιαταγάνι (χαντζάρα) και πάλα (σπάθα). Οι πιστόλες ήταν επίσης βραχύκανα, λειόκανα όπλα με μηχανισμό πυρόλιθου και ανάλογα με την προέλευσή τους, διακρίνονται σε ευρωπαϊκές, ανατολίτικες ή αρβανίτικες. Εφέροντο στη ζώνη, «σελάχι», του πολεμιστή σε διαμορφωμένες θήκες. Το γιαταγάνι ήταν ελαφρά κυρτή σπάθα με λαβή χούφτας απλή. Η πάλα ήταν πολύ κυρτή σπάθα με σταυροειδή λαβή, το κυρίως επιθετικό όπλο στις μάχες σώμα με σώμα (γιουρούσια) και εφέρετο από τους αγωνιστές στη μέση τους ή στην ωμοπλάτη περασμένη με κορδόνια. Πολλές φορές τα γιαταγάνια και οι πάλες καθώς και οι θήκες τους ήταν περίτεχνα διακοσμημένες με ασήμι ή χρυσό. Τα όπλα συμπλήρωναν οι παλάσκες, θήκες που είχαν τα πυρομαχικά (βόλια) καθώς και διάφορα άλλα εξαρτήματα.

Τα παραπάνω όπλα, που έμοιαζαν μεταξύ τους αλλά δεν είχαν ενιαίο τύπο, χρησιμοποιήθηκαν από τα τακτικά σώματα, μέχρις όταν άρχισε η σταδιακή αντικατάστασή τους κατά τη διάρκεια του αγώνα από ευρωπαϊκά τυφέκια. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά την επανάσταση, είχαν αναπτυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα βιοτεχνίες και εργαστήρια παραγωγής όπλων με εισαγωγές μηχανισμών από την Ιταλία αλλά και άλλες Ευρωπαικές χώρες. Τροφοδότης των όπλων της επανάστασης με πυρομαχικά ήταν κυρίως οι μπαρουτόμυλοι των Αφών Σπηλιοτόπουυ στη Δημητσάνα, που ήταν ουσιαστικά η έδρα της πρώτης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας. Ανακεφαλαιώνοντας, ο οπλισμός των ατάκτων, ημιατάκτων αλλά και των τακτικών στρατευμάτων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης, αποτελούνταν αρχικά από καριοφίλια και πιστόλες που προέρχονταν από Τούρκους και Βαλκάνιους οπλοπουργούς και βιοτεχνίες, ενώ κάποιοι αγωνιστές έφεραν και ευρωπαϊκά όπλα.

Σταδιακά όμως το σκηνικό αυτό άλλαξε όταν άρχισαν να φθάνουν φορτία ευρωπαϊκών όπλων από τα φιλελληνικά κομιτάτα (επιτροπές) που είχαν ιδρυθεί στις χώρες της Ευρώπης και εργάζονταν για την ενίσχυση της επανάστασης, καθώς και από τα λάφυρα που κυρίευσαν οι επαναστατημένοι Έλληνες από τον τουρκικό στρατό, ο οποίος είχε τα ίδια όπλα που έχουμε ήδη αναφέρει. Τέλος, ο πρώτος τακτικός στρατός της επανάστασης χρησιμοποίησε το τυφέκιο με λόγχη τύπου CHARLEVILLE, γαλλικής προελεύσεως, μοντέλο 1777, εμπροσθογεμές, με μηχανισμό πυρόλιθου και διαμέτρημα 17,53 χιλιοστά. Επίσης άρχισε να λειτουργεί από το Σεπτέμβριο του 1825 στο Ναύπλιο εργοστάσιο επισκευής τυφεκίων και πυροβόλων και κατασκευής πυρομαχικών και βλημάτων πυροβολικό που υπό τη διοίκηση του Γάλλου συνταγματάρχη Αρνώ, ο οποίος έφερε από τη Γαλλία τα αναγκαία μηχανήματα και επιτελείο πυροτεχνουργών.Αναλυτική περιγραφή και σημασία όπλωνΟι αγωνιστές εκείνων των χρόνων θεωρούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενδυμασίας τους «τα άρματά τους», όπως έλεγαν τα όπλα τους. Ήταν η τιμή τους και η αντρεοσύνη τους, τα κοσμήματά τους και η περηφάνια τους. Όταν μάλιστα ήταν λάφυρα που αποκτήθηκαν στη μάχη από το χέρι του νεκρού εχθρού, τότε ο ιδιοκτήτης τους είχε επιφανέστερη θέση. Τα όπλα τους τα θεωρούσαν ιερά όπως και τις άγιες εικόνες. Τα είχαν σαν παιδιά τους και ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους που τα βάπτιζαν όπως και τα παιδιά τους. Ο Καραισκάκης το καριοφίλι του το έλεγε «Βασιλική», ο Θανάσης Διάκος «Παπαδιά», ο Δημήτρης Μακρής «Λιάρο», ο Γρίβας «Μαυρίκιο», ο Οδυσσέας Ανδρούτσος «Ματζάρι».Τα καριοφίλια της επανάστασης είχαν επίσης διάφορα ονόματα που προέρχονταν από την τεχνοτροπία ή τον τόπο κατασκευής τους. Μερικά από αυτά ήταν: «Λαζαρίνα», «Μιλιώνη», «Τρικών», «Αρμούτι», «Γκιζαήρ», «Νταλιάνι» (από το Ιταλιάνοι), «Σισανές», «Σαρμάς», «Χαρέ Σαρμάς», «Μουτσονίγος», «Βενετσιάνος», «Ψαλιδιάς», «Σαντέ», «Ντάνσικα», «Φιλύντρα» (ήταν το όπλο που είχε επισκευαστεί) κ.λ.π. Στα τραγούδια τους έχουν διασωθεί τα παραπάνω είδη των τουφεκιών τους: «Νταλιάνι μου στον πόλεμο και αρμούτι στο σημάδι και καριοφίλι στη φωνή σαν άξιο παλικάρι».Στο Σελάχι τους (ζώνη), σε θήκες είχαν τις πιστόλες, συνήθως με κεντήματα και ασήμια, τόσο στο «λαμνί» (κάνη) όσο και στα «παφίλια» (συνδετικοί κρίκοι) και στωη λαβή. Στην έξω θήκη του σελαχιού είχαν το «χαρμπί» που χρησιμοποιούσαν για τον καθαρισμό και το γέμισμα της πιστόλας. Το «χαρμπί», όταν έβγαινε από τη θήκη του, γινόταν φοβερό στιλέτο (δίσκελο ή μονόσκελο).Επίσης σε ξεχωριστή θέση στο σελάχι ήταν περασμένο το γιαταγάνι τους μέσα στη θήκη του, συνήθως και αυτό ασημοκεντημένο. Το λεπίδι του κατασκευάζονταν από γερό ατσάλι και φέρονταν σε περίτεχνη θήκη. Στο αριστερό μέρος της μέσης τους από μεταξωτό ζωστάρι ή με κορδόνια από την αριστερή ωμοπλάτη κρεμόταν η γυριστή πάλα (σπάθα), της οποίας η λαβή έμοιαζε με κεφάλι δράκοντα φτιαγμένη από ξεχωριστό κόκαλο. Η θήκη της επίσης ομορφοστολισμένη με παραστάσεις και κεντήματα ήταν από ασήμι ή επίχρυση ή από μπρούντζο. Η λεπίδα της από ατσάλι ελαφρύ ήταν ο τρόμος στη μάχη. Για τα σπαθιά των αγωνιστών αξίζει να γίνει μία μεγαλύτερη περιγραφή εφ' όσον, αν θεωρούσαν τα άρματά τους ιερά, τα σπαθιά τους ήταν τα άγια των αγίων. Ήταν το όπλο της παλικαριάς που καταξίωνε τον αντρειωμένο στη μάχη σώμα με σώμα. Το καριοφίλι και η πιστόλα κρατούσαν τον εχθρό σε απόσταση. Τη νίκη όμως την έδινε το σπαθί και γι' αυτό ήταν το τιμημένο όπλο της αρματωσιάς του. Οι πολεμιστές έδιναν τον όρκο τους τον ιερό πάνω στα σπαθιά τους. Ο πιο βαρύς όρκος στους Σουλιώτες ήταν «Να με κόψει το σπαθί του Μπότσαρη ή του Τζαβέλα». Με το καροφίλι «βαρούσαν» και οι γυναίκες και τα παιδιά, αν τύχαινε, το σπαθί όμως ήθελε χέρι αντρίκειο, δυνατό και ατρόμητο. Να τι λέει το ποίημα των Κολοκοτρωναίων: «Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε/ φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους αγίους/ και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες./ Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια» Η πάλα ήταν κυρίαρχο επιθετικό όπλο στις συμπλοκές και γι'αυτό στις εικόνες των αγωνιστών που έχουμε είναι πάντα σηκωμένη, έτοιμη για κτύπημα φοβερό. Το σχήμα της (πολύ κυρτή), της έδινε τη δυνατότητα να κάνει βαθιές τομές στο ανθρώπινο σώμα, να αποκόπτει χέρια και κεφάλια με ένα μόνο κτύπημα. Στα «γιουρούσια τους» (εφόδους), οι αγωνιστές άφηναν στα «ταμπούρια τους» τα άλλα όπλα τους και ορμούσαν στους Τούρκους ,με γυμνές τις πάλες. Οι περιγραφές για τα «γιουρούσια» είναι συγκλονιστικές και το θέαμα των άγριων επιτιθέμενων ανδρών κλόνιζε και τον πιο αντρειωμένο εχθρό. Ξακουστή τέτοια έφοδος ήταν η έξοδος του Μεσολογγίου, το «Μεγάλο γιουρούσι» όπως το είπαν, που συγκλόνισε όλη την οικουμένη, αφού, παρότι είχαν προδοθεί οι πολιορκημένοι Έλληνες και οι Τούρκοι τους περίμεναν πανέτοιμοι, κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τα σπαθιά τους και να περάσουν, «θερίζοντάς τους» όπως οι αγρότες τα χωράφια τους, που μπαίνουν με το δρεπάνι από τη μία άκρη και βγαίνουν στην άλλη. Ξακουστοί επίσης έμειναν για την επιδεξιότητά τους στο σπαθί οι οπλαρχηγοί Νικηταράς, ο επονομαζόμενος Τουρκοφάγος ο οποίος στα Δερβενάκια άλλαξε τρεις πάλες που έσπαζαν από τα αδιάκοπα κτυπήματα μέχρι που «ξύλιασε» το χέρι του πάνω στη λαβή και δεν μπορούσε να το ανοίξει και ο Γκούρας που έπαθε το ίδιο στη μάχη στα βασιλικά. Το γιαταγάνι ήταν και αυτό ξακουστό σπαθί αλλά κυρίως αμυντικό όπλο στα γιουρούσια, που έβγαινε από το σελάχι, όταν η πάλα έσπαζε ή έπεφτε κάτω.Τέλος από τους πολεμιστές όποιος σκότωνε τον εχθρό δικαιωματικά έπαιρνε λάφυρο το σπαθί του. Οι καπετάνιοι, όταν παρέδιδαν την αρχηγία στο πρωτοπαλίκαρο του «νταϊφά» τους, του έδιναν και το σπαθί τους. Έτσι πολλά σπαθιά έφτασαν από τα χέρια παλιών ξακουστών καπετανάιων στα χέρια των νεότερων που τα τιμούσαν ως κειμήλια ιερά στον αγώνα του «21».

Τη σημασία που πρέπει να έχουν για τους νεότερους Έλληνες οι εξαρτήσεις και τα όπλα των αγωνιστών της επανάστασης του 1821, μας τη δίνει ο παρακάτω στίχος του εθνικού μας ποιητή Κ. Παλαμά:
 «Δεν είναι για χαροκοπιές και για τα πανηγύρια/ οι φουστανέλες, τα άρματα, η φέρμελη η χρυσή./ Τα άγιασε το αίμα κι η φωτιά, φέρτε λιβανιστήρια/ τάχτε τα στα κονίσματα κι ανάφτε τους κερί».

Η αρματωσιά των Μεσολογγιτών (συνέχεια) και η ενδυμασία 2


















 
*/*Ευχαριστούμε που μας επισκεφθήκατε!*/*