Κληρονομικές διαμάχες και δικαστικές αντιπαραθέσεις στον απόηχο της Εξόδου του Μεσολογγίου. Η άλλη πλευρά του ηρωικού θανάτου ενός αγωνιστή της Επανάστασης μέσα από τα σωζόμενα τεκμήρια μιας δίκης.
![]() |
| Από το έργο "Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι ".Είναι ελαιογραφία που δημιούργησε ο Θεόδωρος Βρυζάκης το 1861." |
Μετά το θάνατο του Αθανάσιου Ραζηκότσικα,[1] του χαρισματικού, γενναίου, ωραίου, μορφωμένου και αγαπητού στους συμπολίτες του «αρχηγού των εντοπίων», στην ηρωϊκή Έξοδο του Μεσολογγίου, στις 10 Απριλίου 1826, προέκυψαν ανάμεσα στους συγγενείς του διάφορα πιο πεζά οικογενειακά οικονομικά και κληρονομικά ζητήματα, όπως συμβαίνει συνήθως στις ευκατάστατες οικογένειες με σεβαστή κινητή και ακίνητη περιουσία.
Πέθανε στα 28 του χρόνια, αφήνοντας πίσω νέα γυναίκα, ανήλικη θυγατέρα και βεβαίως όχι διαθήκη. Τα τρία επιζήσαντα αδέλφια του (Λουκάς, Δημήτριος, Ιωάννης) στράφηκαν εναντίον της χήρας του, η οποία καθυστέρησε να δώσει, ως όφειλε, λογαριασμό για την περιουσία του, απαιτώντας από εκείνη να αποδώσει χρήματα και κατάστιχα, πράγματα και αγαθά του μακαρίτη.
Χάρη στη δικαστική διεκδίκησή τους και τα ολίγα σωζόμενα σχετικά τεκμήρια[2] μας δίνεται η δυνατότητα να πάρουμε μια γεύση από τα ήθη και τις συμπεριφορές των ανθρώπων την περίοδο της Επανάστασης παρά τα τραγικά δεινά τους. Η στάση και η αντιμετώπιση μιας νέας γυναίκας, μάνας, χήρας, που σύντομα όμως ξαναπαντρεύτηκε άλλον άνδρα, και η καθοριστική σημασία των οικονομικών δοσοληψιών και αγαθών είναι συναρπαστικές, για την ευμάρεια που αφήνουν να διαφανεί, την ακρίβεια και λεπτομέρεια στην περιγραφή τους, την καχυποψία και το προσωπικό όφελος των ενδιαφερομένων.[3]
Η Μαρία Ποθητού Σιδέρη πρέπει να αρραβωνιάστηκε και να στεφανώθηκε τον Αθανάσιο Ραζηκότσικα στις αρχές της δεκαετίας του 1820. Εκείνος ήταν 23 ή 24 χρόνων, και εκείνη σίγουρα αρκετά νεότερή του. Να ήταν 16 ή 17 χρόνων, ή και μικρότερη; Η μοναδική θυγατέρα που πρόλαβαν να αποκτήσουν μαζί πρέπει να γεννήθηκε πριν από τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου. Αναφέρεται ως ανήλικη το 1830 και το 1837.
Υπάρχει στα έγγραφα του αρχείου μνεία για τον πλοίαρχο Στάμο Σιδέρη, αλλά όχι για τον Ποθητό, που ήταν αδελφός του και ο πατέρας της Μαρίας. Ο Στάμος και ο Ποθητός ήταν γιοι του πλοιάρχου Δημητρίου Σιδέρη και είχαν και οι δύο μεγάλα καράβια. Ο Στάμος είχε δύο γιους, επίσης πλοιάρχους, τον Δημήτριο και τον Κωνσταντίνο. Ο γιος του Δημήτριος Σιδέρης είχε διοριστεί φροντιστής θαλάσσης (1823) και κατόπιν φρούραρχος Μεσολογγίου (1824) και ήταν αρχιπυροβολητής στον προμαχώνα Μπότσαρη, όπου και σκοτώθηκε.[4] Ο Κωνσταντίνος Σιδέρης, συνονόματος του εξαδέλφου, υπογράφει αναφορά για λογαριασμό της αδελφής του Μαρίας που δεν γνωρίζει γράμματα.
Η Μαρία χήρεψε το 1826 και σύντομα, πριν από το 1830, ήρθε σε δεύτερο γάμο, με τον Γεώργιο Ρούτζο, πατριώτη και συμπολεμιστή του Ραζηκότσικα, που σκοτώθηκε στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, υπερασπιζόμενος τον προμαχώνα Φραγκλίνου.[5]
Οι Ραζηκότσικα, οικογένεια εμπόρων και προκρίτων του Μεσολογγίου με καταγωγή από την Κεφαλονιά, δεν πένονταν. Ούτε άλλωστε και οι Σιδέρη, που ήταν οικογενειακώς εμποροπλοίαρχοι.
Από τον κατάλογο «των όσων χρημάτων και πράγμα» που παρέλαβε η «επιτροπή της ορφανής Αρσινόης θυγατρός του ποτέ Αθανασίου Ραζηκότσικα», αποτελούμενη από τους Παύλο Μπονσιέρη, Ιωάννη Παλαμά και Χρήστο Παπουτζόπουλο, από τη Μαρία το γένος Ποθητού Σιδέρη, χήρα του Α. Ραζηκότσικα και μητέρα της ανηλίκου Αρσινόης, στις 4 Ιουλίου 1830, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, βλέπουμε αναλυτικά τα περιουσιακά στοιχεία του επιφανή πολίτη, που αποτέλεσαν για ορισμένα μέλη της οικογένειάς του αντικείμενο κληρονομικής διαμάχης. Ο τελικός αυτός κατάλογος προέκυψε ύστερα από αυστηρή διαταγή του πρωτοδικείου (19 Μαΐου 1830), το οποίο ζητούσε από την Μαρία Π. Σιδέρη να παραδώσει όλα όσα είχε κατά καιρούς ομολογήσει προφορικά ότι κατείχε ή είχε παρακρατήσει από τα χρήματα ή είδη του «ποτέ ανδρός της», γιατί δεν ανήκαν σε εκείνη, αλλά στην ανήλικη θυγατέρα εκείνου.
Ο αναλυτικός κατάλογος περιείχε νομίσματα, ομολογίες, κοσμήματα, ασημένια αντικείμενα και ανδρικό ρουχισμό:[6]
– Διάφορα νομίσματα, όπως φλουριά βενέτικα, φλορίνια μανζάρικα και ιμπεριάλικα, ρικούτα, λίρες στερλίνες, μαχμουδιέδες πολίτικοι, σε ποσότητα που αντιστοιχούσε σε 8.265 γρόσια.
– Ομολογίες ιδιωτών στους οποίους είχε δανείσει χρήματα, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 19.763 γροσίων: στον Ιωάννη Δροσίνη, Απόστολο και Πέτρο Καψάλη, Σπύρο Α. Ραζή, Βασίλη, Αποστόλη και Γεώργιο Ψωμάκη, Βαγγέλη Λοβέρδο, Πάνο Παπαλουκά, Κωνσταντίνο και Γεώργιο Ραζηκότσικα, Στάθη και Μήτσο Καλύβα, Δημήτριο και Κώστα Πριόβοϊλου, Γεράσιμο Κομποθέκλα, Φραγκούλη και Κωνσταντίνο Θεόφιλου, Ανδρέα Μπούρμπαχη, Κωνσταντή Κοκολέτα, Πέτρενα Σιδέρη.
– Επτά ομολογίες της δεκαετίας 1803–1813, που ήταν «χρέος της φαμελιάς Ραζικοτζικαίων», ύψους 3.130 γροσίων, προς τον Αναστάσιο Παπαλουκά, τον Πάνο Γαλάνη Φαταούλα, τη θεία τους Στάμινα Ραζή και δύο Οθωμανούς αξιωματούχους Πρεμετής.
– Χρεωστικές ομολογίες των ετών 1815–1818, ύψους 7.192 γροσίων.
– Στο κουτί με τα οικογενειακά κοσμήματα που επέστρεφε η νύφη είχε έναν χρυσό σταυρό με μαργαριτάρι και χρυσές αλυσίδες, δύο «φιόρα» χρυσά με μαργαριτάρι, ένα δακτυλίδι χρυσό με τοπάζι, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια και μία καρφίτσα με μαργαριτάρια.
– Τα ασημένια αντικείμενα που παραδόθηκαν ήταν δώδεκα κουταλάκια και μία κουτάλα, είκοσι φλιτζανάκια (ζάλφια), ένα μεγάλο καλαμάρι και μία ταμπακιέρα.
– Μέσα στο μπαούλο υπήρχαν δύο ανδρικά αντεριά από «πέλον ήτοι σταμπολ σαλή», δύο κιλίμια, δύο τζουμπέδες «ρούχινοι», είκοσι κεντημένα μανίκια ρούχων («μπράτζα»), τρεις ζώνες, τέσσερις λετρόμπολες (;). Επίσης εξήντα έξι κομμάτια χρυσογάιτανα και δύο ασημένια γιαταγάνια.
![]() |
| Ένας τζουμπές με γούνινη επένδυση, εκτιθέμενος στο Λαογραφικό Μουσείο Καστοριάς. |
Λίγα είναι γνωστά για τις επαγγελματικές δραστηριότητες του Α. Ραζηκότσικα πριν από την έναρξη της Επανάστασης. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ασχολήθηκε με το εμπόριο, όπως ο πατέρας του, ταξιδεύοντας με πλοία στο Ιόνιο και στη Μεσόγειο.[7]
Όταν ανέλαβε την αποκλειστική φροντίδα για την πρώτη οχύρωση της πόλης του Μεσολογγίου (Ιούνιος–Ιούλιος 1821) με προσωπική εργασία των κατοίκων και οικονομικές εισφορές συμπολιτών, το όνομά του συγκαταλέγεται σε αυτούς. Υπάρχουν και μαρτυρίες ότι στη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας (1825–1826) ανεφοδίασε τη φρουρά με αρκετές οκάδες σιτάρι, αλεύρι και καλαμπόκι.
Είναι βέβαιο πάντως ότι στις 16 Αυγούστου 1824 συστάθηκε στο Μεσολόγγι εμπορική συντροφία με κεφάλαιο 100.000 γροσίων μεταξύ των Αθανασίου Ραζή, Νικολάου Σιούτου, Νικολάου και Γεωργίου Λουριώτη, Ιωάννη Ραζή και Σίμωνος Αναστασίου, ενώ διοικητές ορίστηκαν οι Α. Ραζής, Ν. Σιούτος και Ν. Λουριώτης. Τα αδέλφια Ραζηκότσικα (Ραζή) συμμετείχαν με 16.000 γρόσια, ενώ ο Ν. Σιούτος με 80.000 γρόσια.[8]
Εν μέσω πολεμικών συγκρούσεων, το εμπόριο και τα κέρδη που απέφερε συνέβαλαν αδιαμφισβήτητα στον Αγώνα. Η διοίκηση μέσω των εμπορευόμενων ιδιωτών, αλλά και οι ίδιοι οι εμπορευόμενοι για λογαριασμό τους συμμετείχαν ενεργά στην προμήθεια των χρειαζούμενων. Η εμπορική συντροφία λειτούργησε, αλλά και προβλημάτισε. Από τη διαμαρτυρία των συντρόφων (16 Ιουνίου 1825) φαίνεται ότι κατακρατήθηκαν λογαριασμοί από την πώληση μπαρούτης, σχοινιών, σάκων μαλλιού και πανιών από τα μερίδια των αδελφών Αθανασίου και Ιωάννη Ραζηκότσικα, οι οποίοι δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον των διορισθέντων κριτών! Στον αναλυτικό λογαριασμό που παρουσίασαν στη διαμαρτυρία τους φαίνεται ότι οι αδελφοί ήταν χρεώστες στη συντροφική κάσα σε μετρητά, πραμάτειες και είδη για το ποσό των 41.028 γροσίων. Ήταν το ποσό που κρατούσε ο Αθανάσιος επάνω του και παρέδωσε στον νεότερο αδελφό του, Ιωάννη, πριν σκοτωθεί στην Έξοδο του Μεσολογγίου. Ήταν μεταξύ άλλων το διαφιλονικούμενο ποσό που ανέφερε η Μαρία ότι είχε ο Ιωάννης στο «κεμέρι» του (δερμάτινη θήκη στη ζώνη για τα χρήματα), υποστηρίζοντας ότι εκείνη δεν γνώριζε ότι υπήρχε εμπορική συντροφία και ότι «ο μακαρίτης είχε χωριστήν την κατάστασίν του ως γνωστόν τοις πάσι», όπως έγραφε στην αναφορά της στο δικαστήριο.[9] Η διαμαρτυρία των συντρόφων ήταν σαφώς εναντίον και των δύο αδελφών. Τι ακριβώς είχαν συμφωνήσει ή αποκρύψει τα δύο αδέλφια μεταξύ τους ή σε τρίτους δεν μας είναι γνωστό.
Από τα σωζόμενα έγγραφα των αντιδίκων, των αυτάδελφων Λουκά, Δημητρίου και Ιωάννη Ραζηκότσικα και της Μαρίας Ποθητού Σιδέρη του ποτέ Αθανασίου Ραζηκότσικα προς το Πρωτοδικείο Δυτικής Ελλάδας (Μάρτιος–Ιούνιος 1830) βλέπουμε να εκτυλίσσεται μια διαμάχη για την προϋπάρχουσα οικονομική κατάσταση του ζεύγους και τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα που απέρρεαν για τους κληρονόμους.
Όταν σκοτώθηκε ο Αθανάσιος τον Απρίλιο του 1826, η Μαρία με το παιδί και άλλα μέλη της οικογένειας βρίσκονταν στον Κάλαμο, όπως και πολλά άλλα γυναικόπαιδα και όσοι δεν πολέμησαν στη δεύτερη πολιορκία στο Μεσολόγγι. Οι κουνιάδοι της την κατηγόρησαν ότι, ενώ είχε περάσει καιρός από το θάνατο του ανδρός της, εκείνη, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις τους να δώσει λογαριασμό για την περιουσία του, αδιαφόρησε, δεν τους άκουσε και δεν έκανε το χρέος της ως σύζυγος, σύμφωνα με το νόμο. Μπορούσε να προφασιστεί ότι δεν ήξερε, αλλά αυτή δεν «ηθέλησε … και αναπολογήτως αποδεικνύεται εγκληματίας», όπως αναφέρουν στην αναφορά τους οι της Αρσινόης επίτροποι. Όταν επέστρεψαν και αντάμωσαν στο Μεσολόγγι, της παράγγειλαν πολλές φορές και με πολλούς πατριώτες να δώσει λογαριασμό, αλλά αυτή πάλι δεν ανταποκρίθηκε. Ίσως η απροθυμία της Μαρίας σχετίζεται με το γεγονός ότι αποφάσισε να έρθει σε δευτερογαμία με τον Γεώργιο Ρούτζο και ζητούσε να κρατήσει από αυτά που προφορικά ομολόγησε ότι κατείχε και όσα παρουσίασε στους αιρετοκριτές ποσό από την προίκα της και την προγαμιαία δωρεά στο γάμο της με τον Ραζηκότσικα. Τα «παράλογα και άδικα ζητήματα της Κ. Μ. και επιτρόπου της», όπως αναφέρουν οι επίτροποι της Αρσινόης, ήταν πιθανότατα το σωστό και δίκαιο για τη Μαρία. Να προσέλθει σε δεύτερο γάμο χωρίς προίκα; Είχε υπολογίσει πόσα μετρητά της προίκας τής αναλογούσαν από τα κέρδη της γολέτας της και τη σταφίδα. Γιατί τα κέρδη αυτά να μείνουν στην άλλη οικογένεια; Ποιος πατέρας μπορεί/θέλει να προικίσει δυο φορές την ίδια θυγατέρα;
Η νεαρή Μαρία Π. Σιδέρη, σύζυγος πλέον Γ. Ρούτζου, υποστήριξε με σθένος τα δίκαιά της, επιχειρηματολογώντας και επικαλούμενη τον νομοθέτη και τους ισχύοντες νόμους στα Επτάνησα, με τα αδέλφια Ραζηκότσικα να αντιτείνουν πως έσφαλε όταν δεν έδωσε αμέσως λεπτομερή λογαριασμό της περιουσίας του μακαρίτη συζύγου και παρακράτησε αποδεικτικά στοιχεία για την αλήθεια των λεγομένων τους, κατάστιχα και χρηματικά ποσά.
Λίγα χρόνια αργότερα οι αδελφοί Λουκάς, Δημήτριος και Ιωάννης[10] επανήλθαν με τη διανομή των κοινών οικογενειακών κτημάτων και την κατανομή της πληρωμής εξόδων για την καλλιέργεια των αμπέλων.
Έκαναν αγωγή (16 Νοεμβρίου 1836) κατά των κηδεμόνων των ανηλίκων ορφανών ανιψιών Αρσινόης και Αναστασίου, Ανδρέα Βαλτινού και Δημήτριου Ζαβιτσιάνου, για τη διανομή όλων των κοινών κτημάτων των αδελφών Ραζηκότσικα, ώστε να λάβει ο καθένας από τους αδελφούς και τα ορφανά ίσο μερίδιο, από ένα πέμπτο (1/5). Ο Γεώργιος Ραζηκότσικας, που σκοτώθηκε στην Έξοδο, όπως ο αδελφός του Αθανάσιος, είχε αφήσει χήρα την Ελένη και ορφανό τον γιο του Αναστάσιο, που είχε το όνομα του πάππου του.
Οι κηδεμόνες δεν ανταποκρίθηκαν και οι αδελφοί προχώρησαν τον Δεκέμβριο του 1836 στην αίτηση δικαστικής διανομής, ζητώντας αφενός να υποχρεωθούν οι κηδεμόνες στη διανομή και αφετέρου να εκτιμηθούν και να αναγνωριστούν τα έξοδα του Ιωάννη Ραζηκότσικα για την καλλιέργεια των κοινών αμπέλων.
Ένα χρόνο αργότερα, στις 24 Σεπτεμβρίου 1837, ενώ η διανομή των κτημάτων είχε αποφασιστεί, δεν είχε γίνει η πληρωμή των ανάλογων 5 μεριδίων (από 531 δρχ.) στα έξοδα καλλιέργειας των διανεμητέων κτημάτων, που ανέρχονταν, κατά την εκτίμηση των ειδικών, συνολικά σε 2.656 δρχ., ούτε από τους αδελφούς Λουκά και Δημήτριο, αλλά ούτε από τους κηδεμόνες των ανηλίκων. Ο Ιωάννης Ραζηκότσικας τους μήνυσε, ζητώντας επίσης την πληρωμή των νόμιμων τόκων από το 1829.
Τι μπορεί να σημαίνουν η επιμονή και η δικαστική παρέμβαση που χρησιμοποίησαν οι Ραζικοτσικαίοι για την επίλυση των κληρονομικών τους ζητημάτων; Συνήθης πρακτική των καιρών εκείνων όταν υπήρχε διαφορά, ανάληψη οικογενειακής ευθύνης ή κακοπιστία, έλλειψη εμπιστοσύνης, ιδιοτέλεια, φιλοχρηματία; Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πράξεις τους στρέφονταν ενάντια σε μια γυναίκα χήρα, με την οποία δεν είχαν δεσμούς αίματος, την πρώην νύφη τους, που τόλμησε να διεκδικήσει κάποια δικαιώματά της από την κληρονομία, όπως τη χρηματική αναλογία της προίκας της, υποστηρίζοντας τα συμφέροντα των εξ αίματος ανιψιών τους ή των ιδίων. Ο γάμος άλλωστε ήταν μια καταρχήν οικονομική και κοινωνική συμφωνία, που επισφραγιζόταν με την προίκα. Επωφελούμενοι ήταν κατά κανόνα ο σύζυγος και η οικογένειά του, αλλά να που η Μαρία θέλησε να αμφισβητήσει τη συμφωνία.
Η θυγατέρα της, η ανήλικη Αρσινόη, μεγάλωσε, και έφτασε η ώρα να την παντρέψουν. Ο γάμος της πρέπει να έγινε κάπου γύρω στα 1842, όταν ο Ζηνόβιος Βάλβης νομικός, βουλευτής, υπουργός, πρωθυπουργός παραιτήθηκε από δικαστικός υπάλληλος και επέστρεψε στο Μεσολόγγι για να ασκήσει δικηγορία. Η Αρσινόη πρέπει να ήταν γύρω στα 18–20 χρόνια της και ο Ζηνόβιος 42, λίγο νεότερος από τον μακαρίτη πατέρα της, αν ζούσε. [11]
![]() |
| Ο Ζηνόβιος Βάλβης, ελαιογραφία στο Δημαρχείο Μεσολογγίου |
Την προίκισαν οι θείοι της; Με τι ποσό και πόσα αμπέλια; Της έδωσαν αυτά που δικαιούνταν από την κληρονομία του πατέρα της, για την οποία τόσο είχαν κοπιάσει, ή υπήρξε απομείωση; Φαντάζομαι πως ναι, αλλά δεν έχω την απάντηση.
Ο Βάλβης απεβίωσε στο Μεσολόγγι το 1872, αφήνοντας χήρα την ενήλικη πλέον Αρσινόη, «καταλιπών εις την εσχάτην πενίαν πολυμελή οικογένεια έξι θυγατέρων», όπως γράφει η εφημερίδα Αιών.[12]
Χριστίνα Βάρδα
[1] Ο Αθανάσιος (1798–1826) ήταν γιος του προκρίτου του Μεσολογγίου Αναστασίου Ραζή-Κότζικα (είχε κρατήσει τα επίθετα και των δύο των γονέων του) και εγγονός του Ιωάννη Ραζή, που είχε παντρευτεί τη θυγατέρα του Κωνσταντίνου Κότζικα από την Κωνσταντινούπολη. Πρωτοστάτησε με μεγάλο ενθουσιασμό στην κήρυξη της Επανάστασης στην πατρίδα του και, ενώ δεν ήταν ούτε Φιλικός ούτε στρατιωτικός, διορίστηκε αρχηγός των Μεσολογγιτών με τη μεγάλη συναίνεση και εμπιστοσύνη των συμπολιτών του. Είχε έρθει σε αντιπαράθεση με τον Α. Μαυροκορδάτο, με τον οποίο διαφώνησε πολλές φορές. Συμμετείχε στην πρώτη οχύρωση της πόλης (1821), απέτρεψε σχέδιο παράδοσης της πόλης στον εχθρό συγκαλώντας συνέλευση των κατοίκων το 1822, ενώ, με αίτημα των οπλαρχηγών και των Μεσολογγιτών, του απονεμήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1825 δίπλωμα στρατηγίας και δικαίωμα στρατολόγησης 150 ανδρών. Υπερασπίστηκε τον προμαχώνα Μπότσαρη (Μεγάλη Τάπια) και, επικεφαλής 500 ανδρών, σκοτώθηκε τη νύχτα της Εξόδου, 10 Απριλίου 1826. Ειδικότερα για τη στρατιωτική του δράση υπάρχουν σκόρπια στοιχεία στη βιβλιογραφία για το Μεσολόγγι και την Επανάσταση και σε απομνημονεύματα αγωνιστών. Αναφέρω μόνο αυτά που εγώ συμβουλεύτηκα: Κ.Α. Στασινόπουλος, Κ. Σβολόπουλος, Ν. Κολόμβας.
[2] Πρόκειται για 10 συνολικά τεκμήρια που περιλαμβάνονται στη Συλλογή Κ.Α. Στασινόπουλου στο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, στους υποφακέλους 1.1: Οικογένεια Ραζηκότσικα. Εμπορικά, οικονομικά (1792–1825) και 1.3: Κληρονομικά Αθαν. Ραζηκότσικα- Επιτροπεία ανηλίκων τέκνων αυταδέλφων Ραζηκότσικα και διανομή χρημάτων και κτημάτων (1829–1837).
[3] Τα σωζόμενα έγγραφα μας επέτρεψαν να μάθουμε το όνομα της συζύγου του Μαρίας Π. Σιδέρη, που δεν είχε εντοπιστεί και ταυτιστεί από τους δύο βασικούς βιογράφους του Α. Ραζηκότσικα, τον Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, Προμαχώντας στο Μεσολόγγι. Έργα και ημέρες του Θανάση Ραζηκότσικα, 1798–1826, Αθήνα: Εστία, 2007 και τον Νίκο Κολόμβα, Αθανάσιος Ραζή-Κότσικας. Ο χαρισματικός αρχηγός των οπλοφόρων Μεσολογγιτών κατά την περίοδο της Εθνικής Παλιγγενεσίας, 1821–1826, Μεσολόγγι: Διέξοδος, 2008, καθώς και τα περιουσιακά του στοιχεία, για τα οποία δεν υπήρχε μέχρι σήμερα καμία συγκεντρωτική κατάσταση.
[4] Για τους Σιδέρηδες, βλ. Κ.Α. Στασινόπουλος, Το Μεσολόγγι, τ. 1, 117.
[5] Βλ. Κολόμβας, ό.π., 81, όπου υπογράφει διαμαρτυρία με άλλους 140 Μεσολογγίτες στις 24 Σεπτεμβρίου 1825 εκ του κανονοστασίου για την απονομή διπλώματος στρατηγίας στον Σπύρο Πεταλούδη.
[6] Βλ. ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, Συλλογή Κ.Α. Στασινόπουλου, υποφ. 1.3, έγγρ. με ημερομηνία 4 Ιουλίου 1830.
[7] Στον Κολόμβα, ό.π., 71 αναφέρεται ότι στην κατάληψη του Βασιλαδίου από τους Αιγυπτίους στις 25 Φεβρουαρίου 1826 κάηκε το τραμπάκολο Αρσινόη ιδιοκτησίας Ραζηκότσικα.
[8] Βλ. ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, Συλλογή Κ.Α. Στασινοπούλου, υποφ. 1.1.
[9] Βλ. ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, Συλλογή Κ.Α. Στασινοπούλου, υποφ. 1.3.
[10] Ο Ιωάννης, νεότερος αδελφός του Αθανασίου, γεννήθηκε το 1800 και πέθανε από χολέρα το 1855 στο Μεσολόγγι. Παντρεύτηκε την Ειρήνη Τρικούπη, αδελφή του Σπυρίδωνα.
[11] Είχε γεννηθεί στο Μεσολόγγι το 1800. Στα 13 του χρόνια πήγε με τον θείο του στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε θεολογία στη Σχολή της Χάλκης και στη συνέχεια νομικά στην Πίζα. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1833, μετά την άφιξη του Όθωνα. Αρχικά διορίστηκε εισαγγελέας στην Άμφισσα και υπηρέτησε ως δικαστικός υπάλληλος μέχρι το 1841, όταν επέστρεψε στο Μεσολόγγι. Το 1843 εκλέχθηκε πληρεξούσιος επαρχίας Μεσολογγίου στην Α΄ Εθνοσυνέλευση. Το 1844 επανεκλέχθηκε βουλευτής και διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στις κυβερνήσεις Κ. Κανάρη και Α. Κριεζή μέχρι το 1854. Τότε επέστρεψε πάλι στο Μεσολόγγι και ιδιώτευσε. Μετείχε στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά την έξωση του Όθωνα ως υπουργός Δικαιοσύνης και στη συνέχεια ανέλαβε την πρωθυπουργία, μέχρι την άφιξη του Γεωργίου Α΄. Τον Ιούλιο του 1864 παραιτήθηκε και αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική, επιστρέφοντας στο Μεσολόγγι. Πέθανε το 1872.
[12] Βλ. Αιών, 28 και 31 Αυγούστου 1872.



.jpg)







